Η ομιλία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην ορκωμοσία του τη Δευτέρα έμοιαζε περισσότερο με προεκλογική ομιλία παρά με εορτασμό ενός ανώτερου σκοπού. Αυτό ήταν, ωστόσο, αναμενόμενο. Ο Τραμπ αποστρέφεται την ποίηση και είναι προσκολλημένος στον πεζό λόγο της πρακτικότητας και της πειθούς, ακόμη και αν είναι ανέφικτος και εμπρηστικός.
Πριν από την ομιλία, κάποιοι προέβλεπαν ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να δώσει έμφαση στην “ενότητα”. Παρόμοιες προβλέψεις είχαν γίνει πριν από την ομιλία του στο Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων (RNC) τον Ιούλιο. Αλλά η “ενότητα” έκανε ελάχιστη εμφάνιση στο RNC και στην ομιλία του τη Δευτέρα, ο Τραμπ επικαλέστηκε τη λέξη αυτή αλλά όχι το συναίσθημα – υποσχόμενος να φέρει ένα “νέο πνεύμα ενότητας” στον κόσμο και κηρύσσοντας “την επιστροφή της εθνικής ενότητας στην Αμερική”, ακόμη και όταν στην ουσία της, η ομιλία του προσέφερε κάθε ένδειξη για το αντίθετο.
Ο Τραμπ είναι αυτός που είναι. Έδωσε την ομιλία που ήθελε να δώσει και πρέπει να τον πάρουμε στα σοβαρά. Είναι αποφασισμένος να αναδιοργανώσει την αμερικανική κυβέρνηση, να επαναβεβαιώσει την κυριαρχία των ΗΠΑ στον κόσμο, να πατάξει τη μετανάστευση, να καταργήσει τις πρωτοβουλίες για τη διαφορετικότητα, να αγνοήσει την κλιματική κρίση, να χαλαρώσει τον ζυγό των ομοσπονδιακών κανονισμών και να δώσει προτεραιότητα στη δική του εκδοχή της οικονομικής ανάπτυξης. Επίσης, προχώρησε σε μια αναδιατύπωση της ιστορίας. Επανέλαβε το ψέμα ότι του έκλεψαν τις προεδρικές εκλογές το 2020 σε δηλώσεις του προς τους υποστηρικτές του μετά την ομιλία του και στη συνέχεια έδωσε χάρη σε όλους σχεδόν τους κατηγορούμενους και καταδικασθέντες που εμπλέκονται στην επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτωλίο, στο ίδιο κτίριο όπου ορκίστηκε για τη δεύτερη θητεία του.
Μέχρι το τέλος της ημέρας, ο Τραμπ είχε υπογράψει μια σειρά από εκτελεστικά διατάγματα που, μεταξύ άλλων, σφράγισαν τα νότια σύνορα στο πλαίσιο μιας κήρυξης έκτακτης ανάγκης με στόχο την αναχαίτιση της μετανάστευσης, κατήργησαν το δικαίωμα [αυτόματης] απόκτησης ιθαγένειας για αυτούς που γεννιούνται στις ΗΠΑ, απέσυραν τις ΗΠΑ από παγκόσμιες πρωτοβουλίες για το κλίμα και τη δημόσια υγεία, καθυστέρησαν την απαγόρευση του TikTok και δρομολόγησαν ελέγχους για φερόμενη παραβατική συμπεριφορά σε διάφορες ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Ανέτρεψε πάνω από 72 εκτελεστικά διατάγματα του Τζο Μπάιντεν – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μείωσαν τις τιμές των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, απαγόρευσαν τις υπεράκτιες γεωτρήσεις σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και επέτρεψαν την παρουσία τρανσέξουαλ στρατιωτικών στις ένοπλες δυνάμεις. Πάγωσε τις ομοσπονδιακές προσλήψεις και κάλεσε τους κυβερνητικούς υπαλλήλους να επιστρέψουν στα γραφεία τους. Παράλληλα, υπαινίχθηκε στους δημοσιογράφους αργότερα το βράδυ ότι θα μπορούσε να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς στο Μεξικό και τον Καναδά. Τα εκτελεστικά διατάγματα είναι οδηγίες που καθοδηγούν τις ενέργειες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών. Δεν αποτελούν νομοθεσία και πολλά από αυτά που προωθεί ο Τραμπ ενδέχεται να αμφισβητηθούν στο δικαστήριο. Ακόμη και έτσι, αντιπροσωπεύουν ένα πρώιμο μανιφέστο.
Αν και δεν επικαλέστηκε το φάντασμα του “american carnage” (αμερικανική σφαγή) που καθόρισε την πρώτη του εναρκτήρια ομιλία πριν από οκτώ χρόνια, η δεύτερη προσπάθεια του Τραμπ ήταν κεντημένη με εικόνες μιας αποδυναμωμένης και απειλούμενης Αμερικής, παγιδευμένης σε τέτοιο βαθμό που μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να τη σώσει. Για τον σκοπό αυτό, υπενθύμισε στο ακροατήριό του στη Ροτόντα του Καπιτωλίου και σε όλο τον κόσμο ότι επέζησε από τα πυρά ενός δολοφόνου το περασμένο καλοκαίρι, επειδή “με έσωσε ο Θεός, για να κάνω την Αμερική ξανά μεγάλη”.
Ο Τραμπ κινείται σε οικείο έδαφος. Ο ίδιος αναφερόταν συστηματικά στον εαυτό του ως “ο εκλεκτός” κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του στον Λευκό Οίκο, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, ενώ δεν μπορούσε να περπατήσει στο νερό, το κόλπο του είχε απήχηση στους ευαγγελικούς ψηφοφόρους. Και αν η αυτοπροβολή του ως ουρανοκατέβατου ήταν αρκετά καλή για συνεντεύξεις Τύπου και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήταν σίγουρα καλή για μια εναρκτήρια ομιλία. Άλλωστε, όσο περισσότερο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι βυθισμένοι στο χάος, τόσο περισσότερο τείνουν να βασίζονται σε μια θεότητα – ή σε έναν αυταρχικό που κηρύσσει διάφορες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης – για να τους σώσει.
Ο Τραμπ, ο διαπραγματευτής, “συγχώνευσε” επίσης το χθες με το σήμερα. Υπενθύμισε τον εποικισμό της αμερικανικής Δύσης και το “Προφανές πεπρωμένο” (Manifest destiny) του 1800, ενώ υποσχέθηκε να διεκδικήσει τη Διώρυγα του Παναμά, να μετονομάσει τον Κόλπο του Μεξικού και το Ντενάλι και να “φυτέψει” την αμερικανική σημαία στον Άρη (κάτι που χαροποίησε ιδιαίτερα τον Έλον Μασκ, με το ακροατήριό του να χειροκροτεί). Αναφέρθηκε στην προεδρία του Ουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ ως πρότυπο για μια δασμολογική πορεία προς την ευημερία. Σημείωσε ότι οι Αμερικανοί τερμάτισαν τη δουλεία, ενώ παρέβλεψε ότι πολλοί από αυτούς κάποτε ευημερούσαν από αυτήν – και πολέμησαν για να τη διατηρήσουν. Υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τον Νόμο περί Αλλοδαπών Εχθρών του 1798 για να στοχοποιήσει τις ξένες συμμορίες και τους εγκληματίες που δρουν στις ΗΠΑ, τον οποίο θεωρεί επίσης χρήσιμο εργαλείο στο ευρύτερο σχέδιό του να απελάσει εκατομμύρια μετανάστες.
Πάντα ευδοκιμούσε και επιβίωνε μέσα σε ένα πεδίο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και δεν άφησε την πραγματικότητα να εισβάλει ούτε στην εναρκτήρια ομιλία του.
Είπε ότι θα διασφαλίσει ότι οι ΗΠΑ “θα γίνουν και πάλι ένα πλούσιο έθνος”. (Το ΑΕΠ των ΗΠΑ είναι σήμερα μεγαλύτερο από τις τρεις επόμενες πλουσιότερες χώρες, μαζί). Είπε ότι σχεδιάζει να κηρύξει κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης για την ενέργεια. (Η παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ και η βιομηχανία ανησυχεί για την υπερπροσφορά). Είπε ότι θα νικήσει τον πληθωρισμό και “θα μειώσει γρήγορα το κόστος και τις τιμές”. (Το σχέδιο του για τους δασμούς, αν το ακολουθήσει, είναι πιθανό να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα). Είπε ότι θέλει να σταματήσει “κάθε κυβερνητική λογοκρισία” και να “επαναφέρει την ελευθερία του λόγου στην Αμερική”. (Έχει συνηθίσει να μηνύει τα μέσα ενημέρωσης και η επερχόμενη κυβέρνησή του έχει ήδη στρέψει τη ρυθμιστική της σπάθη στον Τύπο).
Υπεραμύνθηκε ενός “κράτους δικαίου”. (Είναι καταδικασμένος για κακούργημα και βοήθησε στην υποκίνηση της εξέγερσης της 6ης Ιανουαρίου 2021.) Στηλίτευσε μια κρίση “διαφθοράς” στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. (Σχεδιάζει να χορηγήσει ομοσπονδιακή στήριξη σε μια βιομηχανία crypto στην οποία ο ίδιος και η οικογένειά του έχουν επικερδές μερίδιο). Είπε ότι θα κατασκευάσει “τον ισχυρότερο στρατό που έχει δει ποτέ ο κόσμος”. (Οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ βρίσκονται ήδη σε επίπεδα ρεκόρ.) Είπε ότι η προεδρία του θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να είναι ένα “ελεύθερο, κυρίαρχο και ανεξάρτητο έθνος”. (Ήδη απολαμβάνουν αυτό το καθεστώς).
Επίσης, έπλεξε το εγκώμιο των Αμερικανών εργατών, των “αγροτών και των στρατιωτών, των καουμπόηδων και των εργατών, των χαλυβουργών και των ανθρακωρύχων, των αστυνομικών και των πρωτοπόρων” που προστάτευσαν την αμερικανική οικονομία. Ένα σημαντικό μέρος αυτών των εργαζομένων τον βοήθησε να επανεκλεγεί. Ο Τραμπ είναι ένας πρώην ιμπρεσάριος των καζίνο που ειδικεύτηκε στο να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα κέρματά τους στους κουλοχέρηδες, και ένα μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος και της πραγματικής αφοσίωσής του στους εργαζόμενους Αμερικανούς στην πολιτική του ζωή ακολούθησε αυτό το παράδειγμα. Είπε σε αυτούς τους ψηφοφόρους και σε άλλους τη Δευτέρα ότι θα αγκαλιάσει την “ελευθερία”, το “Σύνταγμα” και τον “Θεό μας” και εκμυστηρεύτηκε, όπως στην ταινία επιστημονικής φαντασίας “Ημέρα Ανεξαρτησίας”, ότι “η 20ή Ιανουαρίου 2025 είναι η Ημέρα της Απελευθέρωσης”.
Στον Τραμπ αρέσει να συγκρίνει τον εαυτό του με τους προεδρικούς τιτάνες που προηγήθηκαν και ο Ρόναλντ Ρίγκαν είναι μια συνήθης επιλογή. Αλλά οι δύο εναρκτήριες ομιλίες του Ρίγκαν έτειναν το χέρι στην ανοχή και την ενότητα με τρόπο που ο Τραμπ δεν θα μπορούσε ποτέ να αντέξει. “Πώς μπορούμε να αγαπάμε τη χώρα μας και να μην αγαπάμε τους συμπατριώτες μας – και αγαπώντας τους, να απλώνουμε ένα χέρι όταν πέφτουν, να τους θεραπεύουμε όταν είναι άρρωστοι και να τους παρέχουμε ευκαιρίες για να γίνουν αυτάρκεις”, είπε ο Ρίγκαν το 1981. “Ας αποφασίσουμε ότι εμείς, ο λαός, θα οικοδομήσουμε μια αμερικανική κοινωνία ευκαιριών στην οποία όλοι μας – λευκοί και μαύροι, πλούσιοι και φτωχοί, νέοι και ηλικιωμένοι – θα προχωρήσουμε μαζί, χέρι με χέρι”, είπε το 1985.
Να τείνει το χέρι; Όταν λέμε “χέρι”, εννοούμε χέρι; Όχι, όχι, όχι. Ο Τραμπ θέλει καυγά σε μπαρ – και έχει ανακατασκευάσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατ’ εικόνα του. Είναι επίσης ειλικρινής σχετικά με πολιτικές και αξίες στις οποίες πίστευαν και οι πολιτικοί της εποχής του Ρίγκαν, αλλά προσπαθούσαν να τις κρατήσουν κρυφές. Ο Τραμπ έχει βγάλει τη μάσκα και οι υποστηρικτές του το βρίσκουν αναζωογονητικό.
Ο Τραμπ γίνεται 79 ετών τον Ιούνιο. Είναι αρκετά μεγάλος για να γνωρίζει ότι με τις ομιλίες, είτε έχουν τις ρίζες τους σε πεζό λόγο είτε σε ποίηση, οι πρόεδροι φτάνουν μόνο μέχρι ένα σημείο. Η πραγματική δράση βρίσκεται στην πραγματοποίηση [των υποσχέσεών τους] στους ψηφοφόρους και στην είσοδο στα νομοθετικά χαρακώματα. “Είμαι μαζί σας, θα αγωνιστώ για εσάς και θα κερδίσω για εσάς”, δήλωσε τη Δευτέρα.
Οψόμεθα.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου