Μια έρευνα που διεξήχθη σε πολλές χώρες και δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα διαπίστωσε ότι το ποσοστό των Ουκρανών πιστεύουν που ότι μπορούν να νικήσουν στον πόλεμο με τη Ρωσία μειώνεται σημαντικά. Δεν είναι περίεργο. Για το Κίεβο, το 2024 ήταν εφιαλτικό, σε μεγάλο βαθμό λόγω της κατάρρευσης της νικητήριας στρατηγικής που ακολουθήθηκε στην αρχή του πολέμου: τον συνδυασμό των ουκρανικών δυνάμεων και των εξελιγμένων δυτικών όπλων.

Θα μπορούσε αυτό λοιπόν να σημαίνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ -ο οποίος ορκίστηκε πρόεδρος των ΗΠΑ τη Δευτέρα και είναι ακόμα φρέσκια η αρχική του επιτυχία όσον αφορά στην κατάπαυση του πυρός στη Γάζα- θα βρει μια εύκολη κατάσταση στην Ουκρανία; Απολύτως όχι, τουλάχιστον όχι με τους όρους που το Κρεμλίνο είναι πρόθυμο να εξετάσει επί του παρόντος. Αυτό δεν θα ήταν ειρηνευτική συμφωνία, την οποία θέλουν οι Ουκρανοί, αλλά συνθηκολόγηση, την οποία δεν επιθυμούν. 

Αυτό θα δοκιμάσει την υπόσχεση του Τραμπ να φέρει την ειρήνη μέσω της ισχύος, περισσότερο και από την [σσ. υπόσχεσή του για τη] Γάζα, όπου η πρόκληση είναι αρκετά δύσκολη. Και αυτό γιατί, σε αντίθεση με τους Αγίους Τόπους, στην Ευρώπη ασκεί πολύ μεγαλύτερη επιρροή στην πιο αδύναμη πλευρά, παρά στην ισχυρότερη.

Εάν ο επικεφαλής ειρηνοποιός της Αμερικής θέλει να σταματήσουν οι μάχες γρήγορα, θα πρέπει να ενισχύσει ακόμη γρηγορότερα τη θέση της Ουκρανίας, ώστε να πείσει τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν ότι θα βγει χαμένος εάν αρνηθεί μια πραγματική ειρηνευτική συμφωνία με τον γείτονά του. Αντίθετα, όσο λιγότερο αφοσιωμένος στην άμυνα της Ουκρανίας εμφανίζεται ο Τραμπ, τόσο λιγότερα κίνητρα θα έχει ο Πούτιν να διαπραγματευτεί ή να συμβιβαστεί. 

Τι σημαίνει όμως στην πράξη μια ισχυρότερη θέση;

Σημαίνει να μπορεί η Ουκρανία να συνεχίσει να προκαλεί πολύ υψηλό κόστος στη Ρωσία, να ανακόπτει την προέλασή της και ο Πούτιν να γνωρίζει ότι το Κίεβο θα λάβει την απαραίτητη υποστήριξη για να μπορεί να συνεχίσει να το κάνει όσο χρειαστεί. Εάν ο Τραμπ θέλει τα πράγματα να κινηθούν γρήγορα, η απειλή πρέπει να είναι πολύ πιο έντονη.

Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η ομάδα εξωτερικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης το έχει κατανοήσει αυτό, καθώς έχει αρχίσει να αναθεωρεί τις προσδοκίες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας: από 24 ώρες μετά την ορκωμοσία του Τραμπ, σε 100 ή περισσότερες ημέρες. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, οι μόνες αναφορές σε μια συγκεκριμένη προσέγγιση υποδεικνύουν ότι [σσ. οι υπεύθυνοι πολιτικής] ελπίζουν ότι η χαλάρωση των πετρελαϊκών κυρώσεων θα μπορούσε να δελεάσει τον Πούτιν να παίξει δίκαια.

Αυτό θα ήταν τόσο αφελές που δυσκολεύομαι να το πιστέψω, παρά μόνο ως μέρος μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής. Δεν λέω ότι η συνάντηση με τον Πούτιν στο πλαίσιο μιας συνόδου κορυφής ή η προσφορά άρσης των κυρώσεων είναι από μόνες τους ανόητες κινήσεις, κάθε άλλο. Ωστόσο, θα ήταν [σσ. ανόητες κινήσεις] εάν δεν συνοδεύονται από κάτι άλλο, όπως διαπίστωσε ο Τραμπ όταν συνάντησε τον δικτάτορα της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν σε μια σύνοδο στη Σιγκαπούρη, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του. Όπως και ο Κιμ, ο Πούτιν θα θεωρούσε τη σύνοδο και τις όποιες παραχωρήσεις ως απλά δώρα, και θα συνέχιζε.

Απέναντι στο Κρεμλίνο, για να είναι χρήσιμο, κάθε καρότο πρέπει να συνοδεύεται από ένα μαστίγιο – και δεδομένου του τεράστιου μεγέθους του φόρου αίματος και χρημάτων του Πούτιν στην εισβολή του στην Ουκρανία, αυτό πρέπει να είναι σημαντικό. Ο καλύτερος τρόπος θα ήταν η αναζωογόνηση της “συμβίωσης” μεταξύ των ουκρανικών δυνάμεων και των δυτικών όπλων που ισχύει μέχρι πέρυσι.

Η προθυμία της Ουκρανίας να αμυνθεί ενάντια σε συντριπτικές πιέσεις πυροδότησε τη γενναιοδωρία των Αμερικανών και των Ευρωπαίων. Οι Ουκρανοί προσφέρθηκαν εθελοντικά, εν μέρει χάρη στην προοπτική ότι θα είχαν τα μέσα για να πολεμήσουν και τη διεθνή υποστήριξη για να επικρατήσουν επί ενός αντικειμενικά πολύ πιο ισχυρού αντιπάλου.

Δυστυχώς, αυτό άρχισε να καταρρέει μετά την αποτυχημένη καλοκαιρινή επίθεση της Ουκρανίας το 2023. Αλλά κατέρρευσε πραγματικά πέρυσι, καθώς το αμερικανικό Κογκρέσο καθυστέρησε να αποδεσμεύσει περισσότερα από 60 δισεκατομμύρια δολάρια ζωτικής βοήθειας, στην πλειονότητά της στρατιωτική, και οι σύμμαχοι άρχισαν να εξαντλούν τα αποθέματά τους σε πρόσθετα όπλα και πυρομαχικά.

Ταυτόχρονα, το πλεονέκτημα του ανθρώπινου δυναμικού που απολάμβανε η Ουκρανία νωρίτερα στον πόλεμο εξανεμίστηκε. Πολλοί το αποδίδουν σε φθορά, η οποία επιδεινώθηκε από την αυξανόμενη αντίληψη μεταξύ των δυνητικών νεοσύλλεκτων ότι η συμμετοχή τους ήταν “ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή, όπου ο μόνος τρόπος να τελειώσει η υπηρεσία είναι να πεθάνεις ή να μείνεις ανάπηρος”, όπως είχε υποστηρίξει ο Ολεξάντρ Ντανίλυκ, πρώην ειδικός σύμβουλος των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών της Ουκρανίας.

Η έλλειψη πυρομαχικών και εξοπλισμού που απαιτούνται για την επιβίωση, πόσο μάλλον για τη νίκη, απέναντι στην αυξανόμενη πολεμική μηχανή της Ρωσίας έκανε την ιδέα της εθελοντικής στρατολόγησης λιγότερο ελκυστική. Και για την Ουκρανία ως χώρα, η αποστολή κακώς εξοπλισμένων 18χρονων να πολεμήσουν και να πεθάνουν στο μέτωπο έμοιαζε με υποθήκευση του μέλλοντος χωρίς πιθανή ανταμοιβή.

Αυτό μπορεί να αντιστραφεί το 2025. Η ικανότητα παραγωγής όπλων της Ουκρανίας έχει εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου, σε σημείο που σε πολλές περιοχές, το υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας δεν χρειάζεται περισσότερα δυτικά όπλα και πυρομαχικά, αλλά μετρητά για να μπορέσει να τα αγοράσει στο εσωτερικό της.

Παρόλο που οι προοπτικές στο πεδίο της μάχης είναι δυσοίωνες, με την Ουκρανία να έχει περιοριστεί σε μια στρατηγική παραχώρησης εδαφών με αντάλλαγμα τις μέγιστες ρωσικές απώλειες, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις κατάρρευσης ή σημαντικής ρωσικής προόδου.

Εν τω μεταξύ, η Ουκρανία όχι μόνο έχει εκδιώξει το ρωσικό ναυτικό από τη Μαύρη Θάλασσα, αλλά μπορεί πλέον να ανταγωνιστεί και στον πόλεμο με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς που η Μόσχα διεξάγει από την αρχή της εισβολής. Ο αριθμός κέντρων διοίκησης, συστημάτων αεράμυνας, αποθηκών όπλων και διυλιστηρίων πετρελαίου που τα ουκρανικά drones κατάφεραν να καταστρέψουν πολύ πίσω από τις ρωσικές γραμμές δεν είναι πλέον ασήμαντος. Όπως και οι οικονομικές κυρώσεις -ή η εκστρατεία εκτόξευσης πυραύλων και drones που διεξάγει η Ρωσία εναντίον των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας- αυτό δεν θα κρίνει τον πόλεμο. Θα αυξήσει, ωστόσο, το κόστος της συνέχισης της εισβολής.

Έτσι, όταν ο εκλεκτός του Τραμπ για τη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Μάικ Γουόλτς, κάλεσε πρόσφατα την Ουκρανία να μειώσει την ηλικία επιστράτευσης στα 18 από τα 25 έτη, για να δείξει μεγαλύτερη “δέσμευση” στον αγώνα για τη δημοκρατία, εάν ήθελε να κάνουν το ίδιο και οι σύμμαχοί της, το σχόλιό του ήταν τόσο εύστοχο, όσο και ανάρμοστο. Είναι παράλογο να αμφισβητείται η δέσμευση της Ουκρανίας, μετά τις θυσίες που έχει κάνει η χώρα αυτή την τελευταία δεκαετία. Αλλά ο Γουόλτς ανέδειξε παράλληλα τη μεγαλύτερη αδυναμία του Κιέβου -την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού- και τη συνέδεσε άμεσα με την προθυμία των ΗΠΑ να συνεχίσουν να στέλνουν υποστήριξη – κάτι που είναι εποικοδομητικό, εφόσον το εννοεί σοβαρά.

Η ύπαρξη περισσότερων καλά εξοπλισμένων στρατιωτών που θα ενισχύσουν τις αμυντικές γραμμές της Ουκρανίας και θα ανακτήσουν την πρωτοβουλία στο πεδίο της μάχης θα είναι ζωτικής σημασίας για να πειστεί ο Πούτιν να διαπραγματευτεί μια πραγματική συμφωνία. Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο, αν ένα ευρωπαϊκό έθνος στο μέγεθος της Γαλλίας πρόκειται να βγει από αυτόν τον πόλεμο όχι ως μια οργισμένη, ηττημένη έρημη χώρα στα σύνορα της Ευρώπης, αλλά ως ένα έθνος με αρκετή ελπίδα και ασφάλεια για να ανασυγκροτηθεί.

Μακροπρόθεσμα, αυτό θα λειτουργούσε τόσο προς όφελος της Ρωσίας όσο και της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό σαφές σε όλα τα μέρη αυτής της σύγκρουσης, τόσο ο Πούτιν όσο και ο Τραμπ θα έχουν φύγει προ πολλού.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion