Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε για πρώτη φορά την προεδρία, ο κόσμος πανικοβλήθηκε. Ο Γάλλος πρέσβης στις ΗΠΑ ξέσπασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Γερμανίδα Άνγκελα Μέρκελ ανησυχούσε ότι η Ουάσιγκτον εγκατέλειπε το διεθνές σύστημα που είχε οικοδομήσει. Η παγκόσμια ελίτ του Νταβός αποθέωσε τον Σι Τζινπίνγκ της Κίνας όταν υποσχέθηκε, με τρόπο γελοίο, ότι θα είναι ο υπερασπιστής ενός ανοιχτού, συνεργατικού κόσμου.

Τώρα, ο Τραμπ επέστρεψε και σίγουρα δεν έχει ηρεμήσει. Ωστόσο, αυτή τη φορά, μεγάλο μέρος του κόσμου περιμένει με μεγαλύτερη ψυχραιμία, ακόμη και με αισιοδοξία, τη δεύτερη θητεία του. Αυτή η μετριοπαθής αντίδραση λέει πολλά για το πώς έχουν αλλάξει οι προσδοκίες του κόσμου τα τελευταία οκτώ χρόνια – και για το πώς ο ίδιος ο κόσμος έχει γίνει πιο Τραμπικός.

Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να συμβουλευτείτε τη νέα δημοσκόπηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να αντιπαθούν τον Τραμπ. Παρόλα αυτά, ο Τραμπ έχει συναντήσει ελάχιστες αντιδράσεις ή σημάδια μιας λεγόμενης διπλωματίας της αντίστασης που χαρακτήρισαν την πρώτη του θητεία. Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες – συμπεριλαμβανομένου του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε – έσπευσαν να συνεργαστούν με τον Τραμπ ακόμη και πριν από την ορκωμοσία του. Και αν οι περισσότερες ευρωπαϊκές ελίτ φαίνονται να έχουν συμβιβαστεί με την επανεμφάνιση του Τραμπ, άλλα μέρη του κόσμου τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες.

Οι πολίτες σε κράτη-κλειδιά – όπως η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Τουρκία και η Ινδονησία – πιστεύουν ότι ο Τραμπ θα είναι περισσότερο καλός παρά κακός για τις χώρες τους. Σε γενικές γραμμές, ο κόσμος αναμένει ότι θα βοηθήσει και ότι δεν θα βλάψει τις πιθανότητες για ειρήνη στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Ακόμη και οι ίδιοι οι Ουκρανοί είναι περισσότερο αισιόδοξοι παρά αρνητικοί. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Οι επικριτές του Τραμπ θα υποστήριζαν ότι η Ρωσία και η Κίνα συμπαθούν τον επερχόμενο πρόεδρο επειδή θα ισοπεδώσει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ, ενώ οι στενότεροι σύμμαχοι της Αμερικής στην ηπειρωτική Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νότια Κορέα τον φοβούνται για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Αυτό είναι αλήθεια, ως ένα βαθμό. Όποιες απώλειες και αν υποστεί η Κίνα σε έναν εμπορικό πόλεμο επί Τραμπ 2.0, θα μπορούσε να τις ανακτήσει -και μάλιστα με το παραπάνω- από τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει στις συμμαχίες των ΗΠΑ που εδώ και καιρό περιορίζουν το Πεκίνο.

Ωστόσο, αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές δυναμικές που τίθενται σε λειτουργία.

Κατά κάποιο τρόπο, οι ξένοι ηγέτες είναι πιο συγκρατημένοι επειδή έχουν δει τι λειτουργεί και τι όχι. Οι ηγέτες συμμαχικών κρατών που συγκρούστηκαν ανοιχτά με τον Τραμπ μετά το 2017 σπάνια επωφελήθηκαν: Η Μέρκελ είδε το ένα τρίτο της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ να απομακρύνεται από τη Γερμανία. Οι σύμμαχοι που τα πήγαν καλύτερα, όπως η Ιαπωνία και η Πολωνία, συνήθως κολακεύουν τον Τραμπ και διαφημίζουν την ικανότητά τους να υποστηρίξουν την πολιτική και γεωπολιτική του ατζέντα – μια λεπτομέρεια στη σχεδόν παιδιάστικη τάση του Τραμπ να προσωποποιεί κρίσιμες σχέσεις. Ωστόσο, είναι μια πραγματικότητα που οι εταίροι των ΗΠΑ δεν μπορούν να αγνοήσουν.

Υπάρχει επίσης μια παγκόσμια απογοήτευση για τον κόσμο που αφήνει πίσω του ο Τζο Μπάιντεν. Αν οι Ουκρανοί είναι περίεργοι για την επόμενη θητεία Τραμπ, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μπάιντεν έσωσε τη χώρα τους από το να χάσει γρήγορα τον πόλεμο για την επιβίωσή της το 2022 – μόνο και μόνο για να τη βάλει στο δρόμο μιας αργής ήττας τα επόμενα χρόνια. Οι Σαουδάραβες ελπίζουν ότι ο Τραμπ μπορεί επιτέλους να τερματίσει έναν εξοντωτικό, περιφερειακά εξουθενωτικό πόλεμο στη Γάζα: Η κατάπαυση του πυρός, στις διαπραγματεύσεις της οποίας βόηθησε, μπορεί μόνο να ενθαρρύνει αυτή την πεποίθηση. Γενικότερα, η εξωτερική πολιτική του Μπάιντεν ήταν ψύχραιμη και ως επί το πλείστον ικανή, ωστόσο ο κόσμος εξακολουθεί να είναι πιο βίαιος, πιο χαοτικός από ό,τι ήταν πριν από τέσσερα χρόνια. Έτσι, ακριβώς όπως οι ψηφοφόροι τιμώρησαν τους κυβερνήτες τους σχεδόν παντού το 2024, ο κόσμος φαίνεται να αναζητά αλλαγές και στην Ουάσιγκτον.

Η αλλαγή που έρχεται, άλλωστε, δεν αποτελεί τόσο μεγάλη έκπληξη αυτή τη φορά. Το 2016, πολλοί ηγέτες δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν ότι η Αμερική, επί μακρόν προστάτιδα της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, εξέλεξε έναν πρόεδρο που απεχθανόταν ανοιχτά αυτό το εγχείρημα. Τώρα, κατά πάσα πιθανότητα, βλέπουν την επιστροφή του Τραμπ ως μέρος μιας ευρύτερης μετατόπισης κατά την οποία οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν λιγότερη ευθύνη για την παγκόσμια τάξη και διαπραγματεύονται ανοιχτά τις συναλλαγές τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Όποιες και αν είναι οι συνέπειες αυτής της αλλαγής – και μπορεί να μην είναι όμορφες – είναι αντιπαραγωγικό να ενεργούμε σαν ο Τραμπ να αντιπροσωπεύει πλέον μια παρέκκλιση.

Το πιο βασικό είναι όμως ότι ο κόσμος τρομοκρατείται λιγότερο από τον Τραμπ, επειδή του μοιάζει περισσότερο. Οι ιδέες που χρησιμοποίησε ο Τραμπ για να ανέβει στην εξουσία – η εχρθική στάση απέναντι στη μετανάστευση και στην παγκοσμιοποίηση, η έμφαση στην εθνική ταυτότητα και κυριαρχία – καθοδηγούν πλέον τις πολιτικές συζητήσεις και αναταραχές σε πολλές ηπείρους. Οι λαϊκιστές και οι ισχυροί άνδρες απολαμβάνουν ένα παγκόσμιο μομέντουμ: Ο Τραμπ έχει ομολόγους τον Ναρέντρα Μόντι της Ινδίας, τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας, τον Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας, τον Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, τη Τζόρτζια Μελόνι της Ιταλίας και τον Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας. Υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση, εξάλλου, ότι οι εδραιωμένες ελίτ, το κατεστημένο, έχουν απογοητεύσει τους πολίτες τους – γι’ αυτό και οι χώρες σε ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο είναι αντιμέτωπες με μια τόσο έντονη πολιτική αδυναμία και αναταραχή.

Μια προειδοποίηση: Όσοι προσβλέπουν σε μια προεδρία Τραμπ μπορεί να το μετανιώσουν, αν κυβερνήσει εγκαταλείποντας την Ουκρανία, διαλύοντας ένα παγκόσμιο εμπορικό σύστημα που ωφελεί τόσες πολλές χώρες και υποδαυλίζοντας, αντί να καταστείλει, το γεωπολιτικό χάος. Προς το παρόν, ωστόσο, η διεθνής αντίδραση σε αυτή τη μετάβαση δείχνει ότι ήδη ζούμε στον κόσμο του Τραμπ.

*Ο Brands είναι ανώτερος συνεργάτης στο American Enterprise Institute, συν-συγγραφέας του “Danger Zone: The Coming Conflict With China” και μέλος της Επιτροπής για την Οικονομία και την Ασφάλεια ΗΠΑ-Κίνας. Είναι ανώτερος σύμβουλος στη Macro Advisory Partners.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion