Ο Φρανσουά Μπαϊρού, ο 73χρονος ηττημένος της γαλλικής πολιτικής σκηνής με τρεις αποτυχημένες προεδρικές υποψηφιότητες στο ενεργητικό του, διορίστηκε πρωθυπουργός από τον Εμανουέλ Μακρόν σε μια περίοδο στασιμότητας, κοινοβουλευτικού αδιεξόδου και ακόμη μιας υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Πρόκειται για μια επιλογή που στο παρελθόν μπορεί να ακουγόταν σαν ένα κακόγουστο αστείο — το μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ “Υποταγή” του 2015 φανταζόταν τον Μπαϊρού ως έναν αναποτελεσματικό πρωθυπουργό σε μια δυστοπική Γαλλία — ωστόσο αντανακλά το πόσο μπερδεμένα έχουν γίνει τα πράγματα.

Ο Μακρόν αναγκάστηκε να δράσει γρήγορα μετά την ανατροπή του επίσης 73χρονου Μισέλ Μπαρνιέ, του οποίου οι συντηρητικές πολιτικές και η επιμονή για δημοσιονομική λιτότητα εξόργισαν την αριστερά και απέτυχαν να κατευνάσουν τα πνεύματα στην ακροδεξιά. Η Γαλλία δεν έχει τώρα προϋπολογισμό, δεν έχει κυβέρνηση, δεν έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν υπάρχει δυνατότητα για νέες εκλογές μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους, ακριβώς δηλαδή καθώς λήγει το χρέος ύψους 350 δισ. και τα 40 δισ. ευρώ σε τόκους – συνθέτοντας μια εύθραυστη κατάσταση για την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Ο οίκος Moody’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας λίγες ώρες μετά την ομιλία του Μπαϊρού από το Ματινιόν, προειδοποιώντας ότι το χρέος της χώρας αυξάνεται και οι πιθανότητες ουσιαστικής μείωσης του ελλείμματος είναι πλέον “πολύ χαμηλές”. Κανείς δεν περιμένει θαύματα, σίγουρα όχι οι χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να είναι βαθιά επιφυλακτική. 

Η κατάρα των χαμηλών προσδοκιών μπορεί να μην είναι τόσο κακή. Το γεγονός ότι ο Μπαϊρού είναι ένας αποτυχημένος, μόνιμα υποψήφιος,  που δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός και θεωρείται υποψήφιος του “κατώτατου κοινού παρονομαστή” είναι ένα πλεονέκτημα σε μια εποχή που απαιτεί συμβιβασμούς. Είναι ένας ευρωπαϊστής χριστιανοδημοκράτης που έχει αποδείξει ότι έχει καλύτερη επαφή με τους καθημερινούς ανθρώπους από τον Μακρόν (δεν είναι και δύσκολο) και μια πιο πειστική ικανότητα να κλίνει προς τα αριστερά σε θέματα όπως η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, κάτι που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να αποφύγει τη μοίρα του Μπαρνιέ, αν μπορέσει να αποσπάσει τις ψήφους των Σοσιαλιστών από την εξαιρετικά αντι-μακρονική ακροαριστερά. Και ως υπερασπιστής των πολιτικών outsider και επικριτής του συστήματος first-past-the-post [σσ. απλό πλειοψηφικό σύστημα], ο Μπαϊρού είναι πιο πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Μαρίν Λεπέν, την οποία ο Μακρόν αγνόησε επιδεικτικά σε μια πρόσφατη διακομματική συνάντηση.

Όλα αυτά θα βοηθήσουν τον Μπαϊρού, καθώς ξεκινά ένας κοινοβουλευτικός διπλωματικός “πυρετός” με στόχο να σκιαγραφήσει μια μεγάλη συμφωνία μεταξύ των αντίπαλων παρατάξεων, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη διαδικασία νομοσχεδίων έκτακτης ανάγκης για τις μηνιαίες δαπάνες. Το ερώτημα είναι: Τι μπορεί να προσφέρει στους αντιπάλους του Μακρόν για να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους σε μια σταθερή κυβέρνηση και έναν προϋπολογισμό αποφεύγοντας την ανάγκη για διεξαγωγή νέων εκλογών; Θα χρειαστεί πιθανότητα να προχωρήσει σε ορισμένες παραχωρήσεις σε θέματα που αφορούν στις συντάξεις, στη δημοσιονομική λιτότητα και στη μεταρρύθμιση των θεσμών της Πέμπτης Δημοκρατίας, σε αντάλλαγμα για μια ανακωχή που θα σχηματίσει μια μετριοπαθή πλειοψηφία από τα αντίπαλα αριστερά και δεξιά μπλοκ. Οι συνέπειες μιας τέτοιας προσπάθειας θα είναι μια πιο αργή μείωση του ελλείμματος από αυτή που πρότεινε ο Μπαρνιέ, η οποία απαιτούσε αίμα, δάκρυα και ιδρώτα: Το Bloomberg Economics εκτιμά ότι το τρέχον σχέδιο έκτακτου προϋπολογισμού θα μειώσει το έλλειμμα στο 5,4% του ΑΕΠ το επόμενο έτος, από 6,1% φέτος.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση επιτυχίας σε μια εποχή που η εξουσία στο Ελιζέ φθίνει και κανένας πολιτικός -κυρίως ο Μπαϊρού- δεν φαίνεται ικανός να πείσει τους ψηφοφόρους για τις δύσκολες επιλογές που απαιτούνται σε μια περίοδο όπου παραγωγικότητα και δημογραφικό παραμένουν σε πτωτική τροχιά. Η φθίνουσα επιρροή της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή σκηνή εδραιώνει επίσης την αδυναμία του Μακρόν, με το πιο πρόσφατο παράδειγμα την εμπορική συμφωνία με τις Mercosur που επετεύχθη παρά τις γαλλικές αντιρρήσεις. Με κάθε νέο πρωθυπουργό – ο Μπαϊρού είναι ο τέταρτος φέτος – η εξουσία του Μακρόν εξασθενεί και οι λαϊκιστικές δυνάμεις ενισχύονται: Τα δημοσκοπικά ποσοστά της Λεπέν έχουν αυξηθεί από τότε που το κόμμα της συμμετείχε στην καταψήφιση της κυβέρνησης Μπαρνιέ και εκτιμάται ότι θα κερδίσει τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών.

Ο Μπαϊρού αρέσκεται να αυτοχαρακτηρίζεται ως θαυμαστής και οπαδός του Ερρίκου Δ’, του Βουρβόνου μονάρχη που γεννήθηκε στο αγαπημένο του νοτιοδυτικό φέουδο του Πω και ο οποίος εκκαθάρισε το χρέος και συμφιλίωσε μια διαιρεμένη χώρα – κανένα από τα δύο δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό στη Γαλλία του 21ου αιώνα. Ο προεδρικός μονάρχης Μακρόν θα είναι ο πλέον ευάλωτος εάν ο Μπαϊρού αποτύχει στην προσπάθειά του να επανασχεδιάσει το κυρίαρχο πολιτικό τόξο.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion