Του Reid Hoffman*
Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι το είδος του πωλητή που κανένας επιτυχημένος επιχειρηματίας δεν μπορεί να ανεχθεί. Θα υποσχεθεί τα πάντα και στο τέλος θα παραδώσει “σκέψεις ενός σχεδίου”. Η οικονομική του ατζέντα είναι ένα κοντόφθαλμο συνονθύλευμα πολιτικών που δεκάδες κορυφαίοι οικονομολόγοι και επιχειρηματίες προβλέπουν ότι θα καταλήξουν σε υψηλότερο πληθωρισμό, λιγότερη σταθερότητα και χαμηλότερη ανάπτυξη.
Οι δασμοί είναι η γενική οικονομική συνταγή του Τραμπ: Υποσχέθηκε δασμούς έως και 20% σε όλες τις εισαγωγές – και 60% (μερικές φορές ακόμη περισσότερο) στα κινεζικά προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: οι Αμερικανοί θα πληρώσουν περισσότερα. Ο πληθωρισμός, τον οποίο η κυβέρνηση Τζο Μπάιντεν-Κάμαλα Χάρις έχει αποφασιστικά τιθασεύσει, θα αυξηθεί ξανά. Καθώς άλλα έθνη αναπόφευκτα θα ανταποδίδουν με δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα, οι εξαγωγές μας θα υποφέρουν. Οι μεγάλες επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν και οι μικρές επιχειρήσεις θα χρεοκοπήσουν.
Το σχέδιο του Τραμπ για την απέλαση δεκάδων εκατομμυρίων εργαζομένων – μερικοί από τους οποίους φαίνεται να αναγνωρίζει ότι είναι νόμιμοι μετανάστες – θα είχε παρόμοια πληθωριστικά αποτελέσματα. Ο περιορισμός της προσφοράς εργασίας σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή της μετά την πανδημία ανάκαμψης θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση ανόητος – και όλα αυτά για να εξυπηρετήσουν την ανόητη εκτίμησή του για το πώς λειτουργεί το εμπόριο στον 21ο αιώνα.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η επιθυμία του Τραμπ για μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων θα έδινε ώθηση στην οικονομία. Ένα βασικό ερώτημα είναι, χρειαζόμαστε αυτή την τόνωση; Η εύρωστη οικονομία των Μπάιντεν-Χάρις δύσκολα το χρειάζεται – αρκεί να δείτε τα ρεκόρ του χρηματιστηρίου ή το χαμηλό ποσοστό ανεργίας. Αντιθέτως, η ανησυχία μου είναι ότι τέτοιες περικοπές αναζωπυρώνουν τον πληθωρισμό. Και αν ο Τραμπ επιδιώξει φορολογικά σχέδια όπως την τελευταία φορά, τα οποία ήταν ένα δώρο για – μαντέψτε ποιον – τους επενδυτές ακινήτων, θα μπορούσε να στρεβλώσει την ευρύτερη οικονομία περισσότερο παρά να τη βοηθήσει.
Με την κήρυξη πολέμου κατά των αμερικανικών εταιρειών, ο Τραμπ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς του παραδοσιακού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Έχει κυνηγήσει τον ιδρυτή της Amazon Τζεφ Μπέζος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης της Washington Post, για ειδησεογραφική κάλυψη που δεν του άρεσε. Έχει επιμείνει ότι τα στελέχη που δεν τον υποστηρίζουν “θα πρέπει να ΑΠΟΛΥΘΟΥΝ για ανικανότητα!” και έχει επιτεθεί σε μερικές από τις πιο καινοτόμες και εμβληματικές εταιρείες της Αμερικής – Apple, General Motors, Coca-Cola, Harley Davidson, John Deere – επειδή δεν ακολούθησαν την όποια ιδιότροπη γραμμή χάραξε εκείνη την ημέρα.
Όλα αυτά αποκτούν κάπως περισσότερο νόημα στο πλαίσιο του ιστορικού του Τραμπ στον ιδιωτικό τομέα. Είναι καταδικασμένος για κακούργημα. Ένα δικαστήριο διαπίστωσε ότι διέπραξε απάτη σε μαζική κλίμακα. Επίσης, δεν έχει πληρώσει τους προμηθευτές του επί δεκαετίες- γνωρίζω κάποιους που χρειάστηκε να τον πάνε στα δικαστήρια μόνο και μόνο για να πληρωθούν αυτά που τους χρωστούσε. Όταν ο τρόπος λειτουργίας σου είναι να κλέβεις τον κόσμο, δεν έχεις τα προσόντα να γίνεις πρόεδρος.
Όποιος και αν αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, θα το κάνει σε μια εποχή πρωτοφανούς τεχνολογικής ανάπτυξης. Η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης υπόσχεται πολλά, αλλά και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την αμερικανική οικονομία. Αξίζουμε έναν πρόεδρο που θα λάβει σοβαρά στα υπόψη του αυτές τις ανησυχίες. Θα έκανε κάτι τέτοιο ο Ντόναλντ Τραμπ;
Οι οργανισμοί πετυχαίνουν όταν τα στελέχη τους δημιουργούν μια κουλτούρα αριστείας. Χρειαζόμαστε έναν ηγέτη που ξέρει πώς να αναδεικνύει τον καλύτερο εαυτό των ανθρώπων, να επενδύει στην επιτυχία τους και να ενισχύει την ειλικρίνεια και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των συναδέλφων. Είναι κάτι τέτοιο ο Ντόναλντ Τραμπ;
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες που διακυβεύεται σε αυτές τις εκλογές. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις και το εμπόριο βασίζονται στο κράτος δικαίου. Οι εταιρείες δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν όταν ένα ασταθές, εκδικητικό άτομο επηρεάζει τα δικαστήρια και το Υπουργείο Δικαιοσύνης μας. Και δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον λόγο του Τραμπ, αν έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας κατά συρροήν ψεύτης του οποίου τα tweets μπορούν να συμπιέσουν τις αγορές.
Αυτός είναι ο Ντόναλντ Τραμπ. Και η Αμερική δεν έχει την πολυτέλεια να τον επαναφέρει στην εξουσία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόσοι πολλοί ηγέτες επιχειρήσεων όπως εγώ υποστηρίζουμε την αντιπρόεδρο Κάλαμα Χάρις, η οποία ηγήθηκε της πολιτικής της κυβέρνησης Μπάιντεν για την τεχνητή νοημοσύνη, έχει περιγράψει λογικές οικονομικές προτάσεις και, πάνω απ’ όλα, έχει αποδείξει ότι μπορούμε να την εμπιστευτούμε στο υψηλότερο αξίωμα της χώρας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η άποψη των επιχειρηματιών είναι σαφής. Το έξυπνο στοίχημα είναι στη Χάρις.
*Ο Reid Hoffman είναι επενδυτής τεχνολογίας, συνιδρυτής του LinkedIn και μέλος της εκστρατείας Business Leaders for Harris.
Απόδοση – Επιμέλεια: Στάθης Κετιτζιάν