Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τρομακτική πρόκληση για την επόμενη πενταετία: Να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά και ταυτόχρονα να συγκεντρώσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση μιας σειράς κοινών προκλήσεων.

Το έργο αυτό θα απαιτήσει ένα επίπεδο πειθαρχίας και συνεργασίας που αποτελεί ανάθεμα για τους σκληροδεξιούς λαϊκιστές, οι οποίοι, μετά την ισχυρή παρουσία τους στις τελευταίες ευρωεκλογές, θα καταλάβουν το ένα τέταρτο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέχρι το 2029.

Τα συνδυασμένα πλήγματα της παγκόσμιας πανδημίας του κορονοϊού, του πολέμου στην Ουκρανία και της εργαλειοποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού από τη Ρωσία έχουν πλήξει τα οικονομικά των κυβερνήσεων.

Το συνολικό δημόσιο χρέος της ευρωζώνης προβλέπεται να ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ το 2025, από περίπου 84% πριν από την πανδημία και 66% πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, σε μια πορεία που απειλεί να υπονομεύσει το κοινό νόμισμα. Ειδικότερα η Γαλλία και η Ιταλία – με έναν από τους υψηλότερους δείκτες χρέους προς το ΑΕΠ της περιοχής – πρέπει να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ή να αντιμετωπίσουν κυρώσεις βάσει των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ.

Η Ευρώπη έχει πρόβλημα δημόσιου χρέους

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ χρειάζεται απεγνωσμένα κονδύλια για έργα που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή. Μόνο η πράσινη μετάβαση θα απαιτήσει πάνω από 5 τρισεκατομμύρια ευρώ σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις κατά την επόμενη πενταετία. Η ενίσχυση των υποδομών επικοινωνίας, η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων, η αύξηση της στρατιωτικής παραγωγής και η υποστήριξη της Ουκρανίας θα κοστίσουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια περισσότερα.

Πώς μπορούν τα κράτη μέλη να επιδιώξουν αυτούς τους στόχους και ταυτόχρονα να αποκαταστήσουν τη δημοσιονομική σύνεση; Μια απάντηση βρίσκεται σε μια βαθύτερη ένωση. Μια ενωμένη Ευρώπη έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική δύναμη πυρός. Μπορεί να υποστηρίξει έναν προϋπολογισμό αρκετά μεγάλο ώστε να ικανοποιεί τις κοινές επενδυτικές ανάγκες. Με την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών της, μπορεί να ξεκλειδώσει τρισεκατομμύρια ευρώ σε πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις.

Οι ηγέτες της Ευρώπης έχουν κάνει κάποια βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το 2020, δημιούργησαν ένα κοινό ταμείο ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη στήριξη της ανάκαμψης των κρατών που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία του κορονοϊού. Αν και ορισμένοι έχουν επικρίνει το πρόγραμμα ως σπατάλη, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ιταλία – μακράν ο μεγαλύτερος αποδέκτης των κονδυλίων – έχει πράγματι ενισχύσει τη δυνητική ανάπτυξη, αναζωογονώντας τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα, τις δημόσιες συμβάσεις και τα δημόσια έργα.

Οι δεξιοί λαϊκιστές θα δυσκολέψουν την πρόοδο αυτή. Οι περισσότεροι είναι ριζικά αντίθετοι σε μια ισχυρότερη ένωση (με την πιθανή εξαίρεση της χρηματοδότησης της άμυνας). Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι έχει ήδη επιδεινώσει τα οικονομικά της χώρας αποσκοπώντας στην τόνωση της ανακαίνισης κατοικιών. Η Γαλλία, επίσης, ενδέχεται να βρεθεί σε αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό με τους αξιωματούχους της ΕΕ, τώρα που οι πρόωρες εκλογές του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ενδυνάμωσαν τους λαϊκιστές της αριστεράς και της δεξιάς.

Χωρίς αμφιβολία, η άνοδος της ακροδεξιάς αντανακλά τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τους γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και η οικονομία παραμένουν μεταξύ των κορυφαίων ανησυχιών των Ευρωπαίων, και οι κεντρώοι εξακολουθούν να έχουν την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αν αποτύχουν να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις, οι ψηφοφόροι θα τους θεωρήσουν υπεύθυνους. Εάν επιδείξουν την ηγεσία που απαιτείται για την προώθηση του ευρωπαϊκού σχεδίου, για την επίτευξη μιας ανθεκτικής και ευημερούσας ένωσης, έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να κρατήσουν τους εξτρεμιστές μακριά. Θα πρέπει να αδράξουν αυτή την ευκαιρία όσο είναι εφικτή.

Απόδοση – Επιμέλεια: Στάθης Κετιτζιάν