Την ώρα που η μια μετά την άλλη οι κυβερνήσεις χωρών της ΕΕ λαμβάνουν ή δρομολογούν αποφάσεις για την ανακούφιση των οικιακών ή εμπορικών – βιομηχανικών καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι επιβαρύνονται με σοβαρές αυξήσεις στην κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών, το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας των χωρών μελών θα εξετάσει αύριο στη Σλοβενία, σε άτυπη συνεδρία του, το θέμα της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και -στο περιθώριο- το αυξημένο κόστος για καύσιμα ηλεκτροπαραγωγής.
Αναμένεται ότι, εκτός ημερήσιας διάταξης, θα τεθούν και οι αυξανόμενες αντιδράσεις για το μεγάλο κόστος σε καταναλωτές και ευρύτερα στις οικονομίες των κρατών για την προώθηση της «πράσινης μετάβασης» και την πίεση από την Κομισιόν για ραγδαία αύξηση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μείγμα παραγωγής ηλεκτρισμού.
Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν, η αυριανή άτυπη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας επισήμως θα είναι αφιερωμένη στην εξέταση της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση, ως μέρος του πακέτου «Προσαρμογή για 55», για το κλίμα και την ενέργεια. Οι υπουργοί και ο Επίτροπος Ενέργειας Kadri Simson θα ανταλλάξουν απόψεις για αυτούς τους δύο φακέλους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Η ενεργειακή κρίση κατεβάζει διακόπτες στα βρετανικά εργοστάσια
- Η «τέλεια καταιγίδα» αυξάνει τις τιμές παγκοσμίως
- Και ξαφνικά, φωτοβολταϊκά… εκτός έδρας για νοικοκυριά
Εξάλλου, σε κοινή συνεδρίαση στις 22 Σεπτεμβρίου, οι υπουργοί Μεταφορών και Ενέργειας, η Επίτροπος Μεταφορών Adine Vălean και ο Επίτροπος Ενέργειας Kadri Simson θα εξετάσουν θέματα που σχετίζονται με τη δημιουργία υποδομής για εναλλακτικά καύσιμα και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Στην άτυπη συνάντηση στις 23 Σεπτεμβρίου 2021, οι υπουργοί μεταφορών και η Επίτροπος Μεταφορών Adine Vălean θα συζητήσουν τις βασικές πτυχές του αναθεωρημένου κανονισμού για την υποδομή των εναλλακτικών καυσίμων, ο οποίος αποτελεί μέρος της νομοθετικής δέσμης “Fit for 55”.
Φοβούνται τα χειρότερα τον χειμώνα
Πολλές κυβερνήσεις κρατών μελών της ΕΕ ανησυχούν έντονα για την ήδη καταγραφείσα αύξηση στο κόστος ηλεκτροδότησης, καθώς πέραν της αυξητικής τάσης στην τιμή του μαζούτ, παρατηρήθηκε και μεγάλη αύξηση στο φυσικό αέριο, αλλά και στην τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Ανησυχούν ωστόσο και τα επίπεδα στα οποία μπορούν να φθάσουν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στη διάρκεια του χειμώνα, κατά τον οποίο αναμένεται μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης, χωρίς να προεξοφλείται ανάλογη αύξηση και στην προσφορά. Αν και εκατομμύρια καταναλωτές στην ΕΕ, περιλαμβανομένων χιλιάδων επιχειρήσεων, αναμένουν κάποια κίνηση από την Κομισιόν για μείωση, έστω, των τιμών στο χρηματιστήριο ρύπων, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό να επιτευχθεί στην αυριανή σύσκεψη. Το κόστος των δικαιωμάτων ρύπων έχει υπερδιπλασιαστεί τους τελευταίους μήνες, ξεπέρασε τα 60 ευρώ ανά τόνο και οι προβλέψεις μιλούν για ακόμα μεγαλύτερη αύξηση τον χειμώνα, κάτι που ίσως απειλήσει ακόμα πιο άμεσα τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ, οι τιμές του φυσικού αερίου ανεβαίνουν αδιάκοπα στην Ευρώπη και με την έλευση του χειμώνα προβλέπεται ότι οι καταναλωτές θα κληθούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Την περασμένη Τετάρτη, οι τιμές φυσικού αερίου έφθασαν τα 79,31 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σε ιστορικό επίπεδο στην ευρωπαϊκή αγορά αναφοράς (TTF), αφού αυξήθηκαν κατά 30%.
Ως αιτίες για την εκτόξευση των τιμών θεωρείται η παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη, που αύξησε σημαντικά τη ζήτηση, χωρίς να έχουν επιλυθεί τα προβλήματα στην αλυσίδα προμηθειών και διακίνησης πρώτων υλών και τα προβλήματα στη διαθεσιμότητα του υγροποιημέρνου φυσικού αερίου.
Αντιδράσεις για το -10% και αίτημα για άλλη τόση μείωση
Σε αντίθεση με τη θετική υποδοχή της οποίας έτυχε τον Απρίλιο του 2020 η έκπτωση 10% στους λογαριασμούς της ΑΗΚ, για την ανακούφιση των καταναλωτών εν μέσω περιορισμών στην οικονομική δραστηριότητα και τις μετακινήσεις, μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης αντέδρασε αρνητικά στη νέα έκπτωση 10% που ανακοινώθηκε την Παρασκευή, με ισχύ το τετράμηνο Νοεμβρίου 2021 – Φεβρουαρίου 2022.
Οι πλείστοι καταναλωτές υποστηρίζουν πως η μείωση είναι ανεπαρκής, καθώς καλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος των αυξήσεων που επήλθαν τους τελευταίους μήνες στις χρεώσεις του ρεύματος, αλλά επιπλέον διαμαρτύρονται ότι η μείωση δεν θα τους βοηθήσει να πληρώσουν τον τελευταίο λογαριασμό διμήνου, ο οποίος είναι σημαντικά φουσκωμένος, σε σχέση με τον αντίστοιχο περσινό μήνα, λόγω του κόστους αγοράς καυσίμου από την ΑΗΚ αλλά και λόγω σημαντικά αυξημένης κατανάλωσης ηλεκτρισμού, λόγω καύσωνα.
Αρκετοί υποστηρίζουν επίσης ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μείωση στις χρεώσεις, αλλά μείωση στην αυξημένη χρέωση και μάλιστα για μια περίοδο που, κατά τους ίδιους, η επιβάρυνση για ηλεκτρισμό θα είναι ούτως ή άλλως μειωμένη. Το υπουργείο Ενέργειας υποστηρίζει όμως, ότι επιλέχθηκε το τετράμηνο Νοεμβρίου – Φεβρουαρίου, ακριβώς γιατί αναμένεται νέα αύξηση στην κατανάλωση, λόγω της ανάγκης για θέρμανση.
Οι αντιδράσεις καταναλωτών αντανακλώνται και στη χθεσινή ανακοίνωση του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών. Ο σύνδεσμος επισήμανε πως «το κράτος, μόνο από το ΦΠΑ στις αυξημένες τιμές των καυσίμων, θα εισπράξει για το 2021 πέραν των 20 εκατομμυρίων ευρώ» και τονίζει ότι «ανέμενε και αναμένει ότι αυτά τα 20 εκατομμύρια θα επιστραφούν στους καταναλωτές, ώστε να νιώσουν την ανακούφιση που ανέμεναν από το κράτος τους να τους προσφέρει». Κατά τον σύνδεσμο, «αυτά τα 20 εκατομμύρια θα μειώσουν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος για ακόμα 10%, την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις άλλων χωρών μείωσαν τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος πέραν του 20%».
Καταρρέουν εταιρείες λόγω της ακρίβειας
Χθες, ο ανταποκριτής του ΚΥΠΕ στο Λονδίνο μετέδωσε ότι είναι σε εξέλιξη έκτακτες συζητήσεις του υπουργού Επιχειρήσεων και Ενέργειας της κυβέρνησης Τζόνσον, Κουάσι Κούαρτενγκ, με εκπροσώπους της βρετανικής βιομηχανίας ενέργειας και το εποπτικό όργανο Ofgem. Σκοπός των επαφών είναι να βρεθεί ο καλύτερος τρόπος για να γίνει διαχείριση της «κρίσης» στον τομέα της ενέργειας.
Ήδη, η εταιρεία Bulb, η έκτη μεγαλύτερη εταιρεία παροχής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο με 1,7 εκ. πελάτες, γνωστοποίησε ότι έχει ανάγκη έκτακτης χρηματοδότησης για να επιβιώσει.
Με το χονδρικό κόστος του φυσικού αερίου να έχει αυξηθεί κατά 250% από την αρχή του έτους, ήδη επτά μικρές εταιρείες παροχής ενέργειας έχουν πτωχεύσει εντός του έτους. Αναλυτές προειδοποιούν ότι από τις 70 εταιρείες παροχής ενέργειας που λειτουργούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο στην αρχή του 2021, έως το τέλος της χρονιάς μπορεί να έχουν απομείνει μόνο δέκα.
Ανάλογες προσπάθειες για αντιμετώπιση των συνεπειών της αύξησης του κόστους για την παραγωγή ενέργειας καταβάλλονται σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό νότο (Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, κ.ά.).