Για να αποφευχθούν απρόβλεπτες δημοσιονομικές συνέπειες αλλά και για λόγους δημοσίου συμφέροντος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης αναμένεται τελικά να υπογράψει τον κρατικό προϋπολογισμό του 2022, παρόλο που οι επίμαχες τροπολογίες για τους συνεργάτες του ιδίου και άλλων αξιωματούχων κρίνονται από την κυβέρνηση και τον Γενικό Εισαγγελέα αντισυνταγματικές.
Οι συγκεκριμένες τροπολογίες εγκρίθηκαν την περασμένη Παρασκευή, με τις ψήφους των βουλευτών του ΑΚΕΛ, του ΔΗΚΟ, της ΔΗΠΑ και των Οικολόγων, κατά την έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», χθες ο Πρόεδρος Αναστασιάδης απέστειλε επιστολή προς την Πρόεδρο της Βουλής Αννίτα Δημητρίου, με την οποία την ενημερώνει πως δεν προτίθεται να αναπέμψει τις τροπολογίες .
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Ο ΠτΔ ανέπεμψε νόμο για το μειωμένο ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό
- Δεν αναπέμπει τις τροπολογίες για συνεργάτιδές του ο ΠτΔ
Όπως υποστηρίζει ο ΠτΔ στην επιστολή του, ο Γενικός Εισαγγελέας με γνωμάτευσή του τον ενημέρωσε πως οι συγκεκριμένες τροπολογίες είναι αντισυνταγματικές, ωστόσο, για λόγους δημοσίου συμφέροντος θα υπογράψει τον κρατικό προϋπολογισμό. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σημειώνει, πως οι τροπολογίες συγκρούονται με το Σύνταγμα και συνιστούν σύγκρουση των εξουσιών.
Παράλληλα, υποδεικνύει πως θα μπορούσε να αναπέμψει τις συγκεκριμένες τροπολογίες, ωστόσο, επισημαίνει πως αυτό θα ήταν χρονοβόρο και εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφερόταν στο γεγονός ότι σε περίπτωση που η Βουλή απορρίψει την αναπομπή και αναγκαζόταν να προχωρήσει σε αναφορά του προϋπολογισμού στο Ανώτατο Δικαστήριο, θα πάγωνε το σύνολο του προϋπολογισμού, καθώς δεν θα μπορούσε να τον υπογράψει, μέχρι το δικαστήριο να εκδώσει την απόφαση του, κάτι που είχε επισημάνει σε ρεπορτάζ του ο Φιλελεύθερος στην έκδοση της Τρίτης.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι τέσσερις βουλευτές της ΔΗΠΑ, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν θα αποδέχονταν την αναπομπή του προϋπολογισμού, ειδικά για το σημείο που αφορά τον τερματισμό της εργοδότησης των τεσσάρων συνεργατών του Προέδρου,με τη λήξη της προεδρικής θητείας. Ωστόσο, έκαναν δεύτερες σκέψεις και θα διαφοροποιούσαν τη θέση τους σε σχέση με το Διευθυντή του Γραφείου Τύπου του Προέδρου, δηλαδή, θα αποδέχονταν το δεύτερο σκέλος της αναπομπής.
Οι εύθραυστες ισορροπίες που υπάρχουν στο Κοινοβούλιο αλλά και η στάση της ΔΗΠΑ, συνέτειναν στα νέα δεδομένα,καθώς δύσκολα θα έβγαιναν τα κουκιά της κυβέρνησης στη Βουλή.
Καταλήγοντας στην επιστολή προς την κ. Δημητρίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τονίζει πως θα υπογράψει τον προϋπολογισμό για να αποφευχθούν απρόβλεπτες δημοσιονομικές συνέπειες. Ουσιαστικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχεται την αντισυνταγματική, κατά τον Γ. Εισαγγελέα, απόφαση της πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου, για να μην προκληθεί αστάθεια και αβεβαιότητα στην χώρα και για να διαφυλαχθεί η λειτουργία του κράτους και να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη.
Οικονομολόγοι μιλώντας στον «Φ» δήλωσαν πως σε περίπτωση που γινόταν αναφορά του προϋπολογισμού στο Δικαστήριο, θα ερχόταν «τούμπα», όπως είπαν χαρακτηριστικά, η οικονομία. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους, για τους δύο πρώτους μήνες του έτους, το κράτος θα λειτουργούσε με δωδεκατημόρια, ενώ δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε δαπάνες για αναπτυξιακά έργα. Όπως είπαν, αυτή η απορρύθμιση που θα προκαλείτο για μεγάλο διάστημα θα έδινε πολύ άσχημα μηνύματα στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Ετοιμάζουν απάντηση με νομικά μέτρα οι συνεργάτες
Οι τέσσερις συνεργάτες του Προέδρου, των οποίων θα τερματιστεί η εργοδότηση με τη λήξη της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, κάνουν σκέψεις για να κινηθούν νομικά κατά της απόφασης της πλειοψηφίας της Βουλής, δηλαδή κατά του κράτους. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα κληθεί να ερμηνεύσει τον νόμο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως. Μάλιστα, εάν το δικαστήριο αποφανθεί πως είναι παράνομος ο προβλεπόμενος τερματισμός της εργοδότησης των τεσσάρων συνεργατών του ΠτΔ, η Δημοκρατία θα πρέπει να τους αποζημιώσει. Βάσει του νόμου, το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης που μπορεί να επιδικάσει εναντίον του εργοδότη το δικαστήριο θα υπολογιστεί ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του εργοδοτούμενου. Συγκεκριμένα, για ένα χρόνο εργοδότησης καταβάλλεται στον εργαζόμενο αποζημίωση η οποία είναι ίση με μισθούς δύο εβδομάδων. Για τέσσερα χρόνια εργοδότησης, η αποζημίωση θα είναι ίση με μισθούς οκτώ εβδομάδων, για δέκα χρόνια εργασίας η αποζημίωση θα ισούται με μισθούς 23 εβδομάδων, για 15 χρόνια υπηρεσίας η αποζημίωση θα είναι μισθοί 38 εβδομάδων και για 20 χρόνια υπηρεσίας η αποζημίωση θα ισούται με μισθούς 55.5 εβδομάδων.
Όσον αφορά την περίπτωση του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου του ΠτΔ, Ανδρέα Ιωσήφ, αρμόδια πηγή ανάφερε πως υπάρχει η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος αποφάνθηκε ότι ορθώς ενήργησε το Υπουργικό Συμβούλιο και προχώρησε σε εξίσωση της μισθοδοσίας του λόγω των αυξημένων απαιτήσεων που έχει η συγκεκριμένη θέση, με τις απολαβές που προβλέπει η θέση του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου του ΠτΔ. Νομικοί κύκλοι ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη γνωμάτευση μπορεί να παραμεριστεί μόνο με απόφαση δικαστηρίου και όχι με την απόφαση οποιουδήποτε άλλου οργάνου.
Δημιουργεί προηγούμενο η απόφαση της Βουλής;
Η απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας της Βουλής για τον χρόνο λήξης της εργοδότησης συνεργατών κρατικών αξιωματούχων ίσως προκαλέσει προηγούμενο. Νομικοί υποστηρίζουν πως ανά πάσα στιγμή όποια κόμματα έχουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο θα μπορούν να επεμβαίνουν στις αποφάσεις του κράτους και να απολύουν στενούς συνεργάτες του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας, υπουργών και υφυπουργών, με το αιτιολογικό ότι είναι πολιτικοί διορισμοί.
Παράλληλα, σημειώνουν πως υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν και άλλοι εργαζόμενοι που μπήκαν στο δημόσιο με τη συγκεκριμένη διαδικασία. Συγκεκριμένα, αρχικά εισήλθαν στη δημόσια υπηρεσία με αγορά υπηρεσιών και στη συνέχεια αφού συμπλήρωσαν 30 μήνες έχουν μετατραπεί σε εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου. Πάντως, υπάρχουν ανησυχίες πως με την απόφαση της Βουλής υποκαθίσταται η διαδικασία που προβλέπει ότι αρμόδιος για την αλλαγή του καθεστώτος ενός εργαζομένου είναι ο Διευθυντής των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τον τερματισμό των υπηρεσιών ενός εργαζόμενου αορίστου χρόνου είναι αρμόδιο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.