Στα λαχανικά και τα φρούτα επικεντρώνεται νέα έρευνα της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού για καρτέλ και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους τομείς αυτούς.
Η ρύθμιση των τιμών των προϊόντων είναι κάτι που πάντοτε απασχολεί τους καταναλωτές, πόσο μάλλον τους παραγωγούς, οι οποίοι δεν αμείβονται σωστά με βάση την τελική τιμή πώλησης, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη ψαλίδα μεταξύ της τιμής παραγωγού και καταναλωτή.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αγροτικό κίνημα υποστηρίζει ότι η εμπορία των αγροτικών προϊόντων αποτελεί ένα από τα καρκινώματα της αγροτικής οικονομίας και καλεί τους αρμόδιους φορείς να βρουν λύση. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που μιλούμε για τεχνητή έλλειψη φρούτων και λαχανικών προκειμένου να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα, αλλά ούτε και το γεγονός ότι κάποιοι καθορίζουν από πριν τις τιμές των προϊόντων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Αυθαίρετα λειτουργούν οι λαϊκές αγορές
Τελευταία μιλούσαμε για καρτέλ στην τιμή της πατάτας και λίγο παλαιότερα για την τιμή της ντομάτας. Καθημερινά όμως υπάρχουν κάποια προϊόντα κυπριακής παραγωγής, τα οποία πωλούνται σε αυξημένη τιμή, ενώ παιχνίδια παίζονται ακόμα και με τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μερικά άτομα έχουν στα χέρια τους καθημερινά την τύχη των προϊόντων, αφού καθορίζουν τις τιμές ανοίγματος στις χονδρικές αγορές με επακόλουθο να καθορίζουν τις λιανικές τιμές πώλησης.
Λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, που είθισται να αυξάνονται αδικαιολόγητα οι τιμές φρούτων και λαχανικών στην αγορά, η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού προχώρησε σε μεγάλη έρευνα στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων, από τον παραγωγό, μέχρι και τον καταναλωτή.
Προς τον σκοπό αυτό η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού διενήργησε ολονύκτια επιτόπια έρευνα στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, τη Χονδρική Αγορά Λεμεσού και σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά των νωπών οπωροκηπευτικών. Στόχος να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει σύμπραξη μεταξύ των επιχειρήσεων ή και κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΠΑ, η αιφνίδια έρευνα άρχισε στη 01.00 π.μ. της Δευτέρας 10.12.2018 και διήρκεσε μέχρι το μεσημέρι της ιδίας μέρας. Τα κλιμάκια της Υπηρεσίας της Επιτροπής διενήργησαν ελέγχους σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων στις Επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού και Λάρνακας.
Τους Λειτουργούς της Υπηρεσίας της Επιτροπής συνόδευαν αριθμός Λειτουργών της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής του υπουργείου Οικονομικών. Επίσης, την Υπηρεσία της Επιτροπής συνέδραμε και μεγάλος αριθμός μελών της Αστυνομικής Δύναμης της Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η διεξαγωγή έρευνας από μέρους της δεν προδιαγράφει την ενοχή οποιασδήποτε επιχείρησης σε σχέση με παραβάσεις της νομοθεσίας του ανταγωνισμού, παρά μόνο προσβλέπει στη συλλογή των απαιτούμενων στοιχείων προς τον σκοπό της διεξαγωγής δέουσας έρευνας, σύμφωνα με τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.
Η έρευνα διενεργήθηκε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΕΠΑ, στη βάση των προνοιών του άρθρου 31 του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου 13(Ι)/2008, ως έχει τροποποιηθεί από τον Νόμο 41(Ι)/2014. Ο αιφνίδιος επί τόπου έλεγχος διενεργήθηκε στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3(1) και 6(1) του Νόμου καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) στην παραγωγή, εμπορία, διανομή και χονδρική και λιανική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 3(1) εξετάζεται πιθανή παράβαση για «Απαγόρευση περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων και ακυρότητα αυτών και με το άρθρο 6(1) για Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης ή σχέσης οικονομικής εξάρτησης».
Σε ό,τι αφορά το άρθρο 3(1), επισημαίνεται ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας, ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: (α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. (β) Στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων. (γ) Στη γεωγραφική ή άλλη κατανομή των αγορών ή των πηγών προμήθειας. (δ) Στην εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση. (ε) Στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.
Σε σχέση με το άρθρο 6(1) Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, ιδιαίτερα εάν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα: (α) τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών υπό τις περιστάσεις όρων συναλλαγής, (β) τον περιορισμό της παραγωγής ή της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης, προς ζημιά των καταναλωτών, (γ) την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση, (δ) την εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.
Διαβούλευση για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές
Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το Νομοσχέδιο με τίτλο «O περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών στην αλυσίδα εφοδιασμού αγροδιατροφικών προϊόντων Νόμος». Η διαβούλευση εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας του Υπουργείου Γεωργίας για δραστική αντιμετώπιση του φαινομένου των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (ΑθΕΠ), το οποίο σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών, έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και στη χώρα μας. Το εν λόγω φαινόμενο, πέραν των επιπτώσεων που επιφέρει στον γεωργό, περιορίζει την αγοραστική δύναμη αλλά και τις επιλογές των καταναλωτών.
Συνεπώς, το πρόβλημα δεν εστιάζεται αποκλειστικά και μόνο στον γεωργικό τομέα, αλλά αφορά όλους τους τομείς της οικονομίας και επηρεάζει όλα ανεξαιρέτως τα νοικοκυριά, με κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.