Στις 26 Φεβρουαρίου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρότασή της για τη φορολογική μεταρρύθμιση, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως πολύ σημαντική. Καθότι, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πρόκειται για «μια σημαντική μεταρρύθμιση ιδιαίτερης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής σημασίας, σε μια Κύπρο που αλλάζει, που διασφαλίζει τη δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, που περιορίζει τις κοινωνικές ανισότητες και που ενισχύει την οικονομική και την κοινωνική συνοχή στον τόπο μας».

Είναι, πρόσθεσε, μια πρόταση που αφορά «μια Κύπρο που αλλάζει με ένα φορολογικό σύστημα πιο αποτελεσματικό, πιο δίκαιο, πιο προσαρμοσμένο στις σύγχρονες προκλήσεις και ανάγκες».

Εύηχες εξαγγελίες με αρκετή σάλτσα, όπως εξάλλου συνηθίζεται από τους πολιτικούς, ανεξαρτήτως ιδεολογίας και κομματικού χώρου. Συνήθως, όμως, η αλήθεια πόρρω απέχει από τα λεγόμενα. Και το ίδιο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα με χαμηλά έως μέτρια εισοδήματα.

Κατ’ αρχάς, είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω ότι άλλα μας έλεγε προεκλογικά ο κ. Χριστοδουλίδης και άλλα σήμερα, δύο χρόνια μετά την εκλογή του. Προεκλογικά ζητούσε την ψήφο μας εξαγγέλλοντας αύξηση του αφορολόγητου ποσού στις €24.500 από €19.500 που ισχύει σήμερα. «Όλες οι προτάσεις μας είναι κοστολογημένες», μας έλεγε κατά λέξη και πρόσθετε: «Θα αναφερθώ στα άμεσα μέτρα φορολογικής ανακούφισης. Στοχευμένη αύξηση του ορίου αφορολόγητου εισοδήματος από τις €19.500 στις €24.500 για περίπου 20 χιλ. φορολογούμενους με ετήσιο όφελος €1000 για τον καθένα και δημοσιονομικό κόστος περίπου €20 εκατ. Θα ήθελα να τονίσω πως ένα τέτοιο μέτρο, αν και μεμονωμένο, κινείται προς την ορθή κατεύθυνση», σημείωνε επίσης.

Σήμερα, το αφορολόγητο αυξάνεται κατά €1000 και αφορά σαφώς πολύ λιγότερους. Οι λίγοι που θα επωφεληθούν θα καταβάλλουν €200 λιγότερο φόρο, εάν τα εισοδήματά τους είναι ίσα ή μεγαλύτερα των €20.500 το χρόνο. Αν είναι για παράδειγμα €20.000 τότε το όφελος θα είναι μόνο €100.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, οι προτάσεις της κυβέρνησής του περιορίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή στον τόπο μας. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Δυστυχώς, οι αριθμοί άλλα δείχνουν. Και μερικοί από τους αριθμούς που μας δείχνουν την πραγματική εικόνα καταγράφουν τα εξής:

● Στην Κύπρο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, που αφορούν το 2023, 1,9% των εργαζομένων είχαν μηνιαίο εισόδημα κάτω των 500 ευρώ, 5,2% μεταξύ 500 – 749 ευρώ, 8,1% 750 – 999 ευρώ, 14,9% 1000 – 1249 ευρώ, 11,7% 1250 – 1499 ευρώ και 10,8% 1500 – 1749 ευρώ. Επομένως, τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους δεν θα επωφεληθούν καθόλου από τη μεταρρύθμιση και ένας στους δέκα μεταξύ 1 και 200 ευρώ.

● Από το 2002 όταν είχε γίνει η προηγούμενη φορολογική μεταρρύθμιση μέχρι και το 2024, ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 34,56 μονάδες, από 78,81 στις 113,46 μονάδες. Δηλαδή το κόστος ζωής εκτοξεύθηκε γύρω στο 35%. Επομένως, το ολιγότερο, τα 10 ευρώ σήμερα αξίζουν μόνο 7! ‘Η αν θέλετε, τα 1000 ευρώ μόνο 700. Κι αυτά στους αριθμούς, στην καθημερινότητα η αγοραστική αξία των μισθών είναι πολύ πιο χαμηλή.

● Με την εισαγωγή του ΓΕΣΥ τα εισοδήματα, άρα οι μισθοί και οι συντάξεις, επιβαρύνονται κατά 2,65%. Επομένως, από τα μέσα του 2020 από κάθε €1000 που ξεκαθαρίζουν μετά τη φορολόγηση αφαιρούνται άλλα €26,5.

Το συμπέρασμα είναι επομένως απλό. Η αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος μόνο κατά €1000 είναι αμελητέα μπροστά στο κόστος ζωής και στην πραγματική αξία των μισθών σήμερα. Πόσο μάλλον όταν οι μισθοί του 50% των εργαζομένων είναι κάτω από το αφορολόγητο και δεν επωφελούνται με κανένα τρόπο. Θα ανέμενε επομένως κάποιος ότι, το ολιγότερο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα υλοποιούσε την προεκλογική του εξαγγελία και θα αύξανε το αφορολόγητο ποσό στις €24.500, προκειμένου να επωφεληθούν οι εργαζόμενοι με μικρομεσαία εισοδήματα. Αυτό θα σήμαινε ετήσιο όφελος μέχρι €1000 ή περίπου €83 το μήνα για νοικοκυριά, για τα οποία ακόμα και τα 10 ευρώ έχουν γι’ αυτά μεγάλη σημασία και αξία.

Ταυτόχρονα, θα περίμενε ότι δεν θα μείωνε τα φορολογικά βάρη στα υψηλότερα εισοδήματα, προκειμένου τα έσοδα από αυτά να αξιοποιηθούν για όλους εκείνους που στερούνται ακόμα και βασικών αγαθών. Οι οποίοι, σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία, το 2023 το 2,4% του πληθυσμού (22.000 άτομα) διαβιούσαν σε συνθήκες σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης, ενώ, με βάση τα αποτελέσματα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2023, με έτος αναφοράς εισοδήματος το 2022, 16,7% του πληθυσμού ή 153.000 άτομα βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχιας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό.

Θα πρέπει, επίσης, κάποιος να μας εξηγήσει με ποιο τρόπο το φορολογικό σύστημα «διασφαλίζει τη δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος» και «περιορίζει τις κοινωνικές ανισότητες» όταν μειώνεται ο φόρος επί των μερισμάτων και ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής του 35% θα επιβαρύνει εισοδήματα πάνω από €80.000 απ’ ότι €60.000 που είναι σήμερα!

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλές ακόμα πτυχές της κυβερνητικής πρότασης που κάθε άλλο παρά υπηρετεί τον υποτιθέμενο στόχο του περιορισμού των ανισοτήτων και της κοινωνικής συνοχής, θα περιοριστώ όμως στα πιο πάνω και θα καταλήξω με μια ερώτηση – απορία: Ποιες κατευθυντήριες γραμμές δόθηκαν στους μελετητές για να καταρτίσουν τη φορολογική μεταρρύθμιση; Διότι άλλο πιστεύω θα ήταν το αποτέλεσμα εάν η Κυβέρνηση ζητούσε μεταρρύθμιση για ένα δικαιότερο σύστημα κι άλλο εάν μπήκαν οι οροφές και θα έπρεπε να παντρευτούν όλα σε παζλ, με συγκεκριμένο αποτέλεσμα με λίγο απ’ όλα, τρεις το λάδι δυο το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο!