Τον τελευταίο καιρό, η συζήτηση για τα κέρδη των τραπεζών, μετά τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και το επιτοκιακό περιβάλλον όπως διαμορφώνεται, οδήγησε σε πολιτικές συζητήσεις και στην πρόταση νόμου για επιπλέον, έκτακτη, φορολόγηση των κερδών των τραπεζών.

Με μια ίσως πιο ψύχραιμη και αναλυτική ματιά μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό ότι η εν λόγω συζήτηση στηρίχθηκε στην πρόσκαιρη εικόνα που δημιουργήθηκε από τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, η οποία έφερε αύξηση στα επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Πιο ειδικά αναφέρεται ότι οι τράπεζες κλήθηκαν να μεταφέρουν τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής, μέσω των συμβατικών υποχρεώσεων που υπάρχουν στα συμβόλαια δανείων και μέσω της επιτοκιακής πολιτικής για νέα δάνεια, στη βάση του κόστους χρήματος και της προσμέτρησης κινδύνων κτλ. Οι μηχανισμοί υιοθέτησης της νομισματικής πολιτικής αποτελούν κεντρικό θέμα στην ανάλυση της πορείας των τραπεζών τα τελευταία δύο χρόνια κάτι που επηρεάζει ποικιλοτρόπως την οικονομική δραστηριότητα. Μάλιστα, έχω πολύ έντονη την πεποίθηση ότι αποτελεί ένα θέμα που δεν επεξηγήθηκε νηφάλια και λεπτομερώς προς την κοινωνία.

Σε μια πιο εις βάθος ανάλυση μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ότι οι ισολογισμοί των τραπεζών, κατά την τελευταία δεκαετία, ήταν υπό ασφυκτική πίεση. Οι κύριοι λόγοι ήταν ο μεγάλος όγκος Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και η δύσκολη και κοστοβόρος διαχείρισή τους. Ταυτόχρονα, μεγάλο κόστος προέκυψε από τις αυξανόμενες κεφαλαιακές ανάγκες, το κόστος συμμόρφωσης με το αυστηρότερο εποπτικό, κανονιστικό και νομικό πλαίσιο, καθώς και με την επένδυση σε νέα προϊόντα, εργαλεία και υπηρεσίες.

Στο ενδιάμεσο, η πανδημική κρίση προκάλεσε νέες και μάλιστα ισχυρές πιέσεις στον τραπεζικό τομέα. Υπενθυμίζω ότι οι τράπεζες στην Κύπρο προχώρησαν ίσως στη μεγαλύτερη αναστολή καταβολής δόσεων και τόκων δανείων, την ώρα που περιορίστηκε η χορήγηση νέων δανείων, παρασχέθηκαν έκτακτες υπηρεσίες και προϊόντα, χωρίς επιπρόσθετες χρεώσεις και σε συνεργασία με το κράτος εφαρμόστηκαν σχέδια στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας.

Όλα αυτά, με φόντο σημαντικές ζημιές για τον τραπεζικό τομέα. Πιο ειδικά, αναφέρεται ότι από τη χρονιά της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2012-2013 και για περίπου μια δεκαετία, ο τραπεζικός τομέας κατέγραψε σωρευτικές ζημιές πέραν των 10 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, τα κέρδη των τελευταίων ετών ανέρχονται πέριξ των 2,7 δισ. ευρώ. Εξάλλου, κατά την ίδια περίοδο, οι μέτοχοι ενίσχυσαν με σημαντικά κεφάλαια δισεκατομμυρίων ευρώ τα τραπεζικά ιδρύματα.

Σημειώνω επίσης ότι, από την κερδοφορία, μεγάλο μέρος της χρησιμοποιείται είτε για νέα έργα υποδομής στις τράπεζες, είτε για δημιουργία επιπλέον κεφαλαιακών αποθεμάτων. Παρά δε την κερδοφορία αυτή, οι μέτοχοι των περισσότερων τραπεζών δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε μέρισμα λόγω σχετικών αποφάσεων των Εποπτικών Αρχών.

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, δίδεται μια πιο ακριβής εικόνα για το τι ισχύει και τι μεσολάβησε από την οικονομική κρίση του 2013 μέχρι και σήμερα, σε σχέση με τον τραπεζικό τομέα. Ένας τομέας ο οποίος στηρίζει ουσιαστικά την οικονομική ανάπτυξη του τόπου, δίνει νόημα στα όνειρα των νέων νοικοκυριών και των νεών επιχειρηματιών να δημιουργήσουν, ενώ αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο εταίρο της Πολιτείας για σημαντικά ζητήματα, όπως η κοινωνική και στεγαστική πολιτική, η βελτίωση του ονόματος της χώρας στο εξωτερικό, η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων και η μετάβαση του τόπου στην Πράσινη και Ψηφιακή εποχή.

* Γενικός Διευθυντής Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου

 – Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές