Η αρχή της τελεσιδικίας προβάλλει ως εμπόδιο στην τμηματική εκδίκαση διαφορών όταν υπάρχει ταύτιση διαδίκων και επίδικων θεμάτων.

Ο διάδικος εμποδίζεται να εγείρει ξανά απαιτήσεις εναντίον του ίδιου διαδίκου ή διαδόχου του, τόσο αυτές που ήγειρε προηγουμένως όσο και αυτές που θα μπορούσε να εγείρει στην αρχική διαδικασία και υπήρξε δικαστική απόφαση η οποία κατέστη τελεσίδικη. Ό,τι παραλήφθηκε δεν μπορεί να εγερθεί ξανά σε δικόγραφο ή να προσκομιστεί ξανά με μαρτυρία, καθότι θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας και παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου, η οποία απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να διερευνήσει περαιτέρω τα επίδικα θέματα και συνεπώς δεν αποφαίνεται επί αυτών, θέτοντας τέρμα στη διαδικασία.

Είναι κοινωνικά δίκαιο και επιβεβλημένο διαφορές μεταξύ διαδίκων, όταν τα επίδικα θέματα ταυτίζονται, να μην εκδικάζονται τμηματικά και να διαιωνίζονται, αλλά να υπάρχει τελεσιδικία. Ένας διάδικος οφείλει στο δικόγραφο του να καλύψει όλες τις βάσεις αγωγής που θα μπορούσε με λογική επιμέλεια να συμπεριλάβει και αν παραλείψει να θέσει ένα θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε δεν θα του επιτραπεί να εγείρει νέα αγωγή μετά την εκδίκαση της πρώτης.

Η νομολογία αναφέρει ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.  

Απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην Π.Ε. Ε49/2016 ημερ.16.1.2025, εξέτασε το ζήτημα της τελεσιδικίας των αποφάσεων και έκρινε ότι κώλυμα λόγω δεδικασμένου είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Κώλυμα του είδους, είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα.

Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα – είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επίδικου θέματος – αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.

Νομολογία

Το Δικαστήριο σημείωσε τα όσα τονίζονται σε νομολογία ότι, το δεδικασμένο που απορρέει από προηγούμενη διαδικασία εκτείνεται και καλύπτει όχι μόνο όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά και εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της, αλλά δεν προβλήθηκαν. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η ευρηματικότητα του διαδίκου.

Επίσης όπως η νομολογία τονίζει, η δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει, εκτός από τους διαδίκους και τους privies – διαδόχους των διαδίκων. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα των οποίων το συμφέρον στη διαδικασία ταυτίζεται με εκείνο των διαδίκων στην πρώτη αγωγή. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England 4th ed. Vol.16, para 990, η κατηγορία των privies – διαδόχων, για τους σκοπούς του δεδικασμένου, περιλαμβάνει προγόνους και κληρονόμους, διαδόχους κατά νόμο, και διαδόχους περιουσίας ή συμφέροντος.

Επίσης υποδεικνύεται, σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους.  Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.

Η κατάληξη στην απόφαση

Στην προκειμένη υπόθεση εξετάστηκε η πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αίτηση για επαναφορά αγωγής, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους λόγους ένστασης περί κωλύματος λόγω δεδικασμένου και περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος.

Με την αγωγή, οι εφεσείοντες αξίωναν την ακύρωση της μεταβίβασης οικοπέδου επί ονόματι του εφεσίβλητου, η οποία ως πρόβαλλαν έγινε χωρίς εξουσιοδότηση, με πλαστό πληρεξούσιο, παράνομα, συνεπεία δόλιων ενεργειών και επιζητούσαν την επανεγγραφή του οικοπέδου ή διαζευκτικά πληρωμή €300.000 ως αποζημιώσεις. Προγενέστερα ανάλογη αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων χωρίς δήλωση περί επιφύλαξης δικαιωμάτων για επαναφορά της.

Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα του δεδικασμένου και αναφερόμενο στις ανωτέρω αρχές, έκρινε ορθή την πρωτόδικη απόφαση, αφού στοιχειοθετούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις. Οι διάδικοι και στις δύο αγωγές ήταν τα ίδια πρόσωπα και αφορούσαν ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο, γι’ αυτό απέρριψε την έφεση.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα