Από τα πρώτα στάδια εμφάνισης του ΑΔΜΗΕ ως νέου φορέα υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Ελλάδα είχε διαπιστωθεί πως η συνεργασία του με τις κυπριακές Αρχές και δη τη ΡΑΕΚ δεν θα ήταν εύκολη. Στην πορεία, αποδείχτηκε επεισοδιακή.
Και εξακολουθεί να είναι τέτοια. Και ίσως επιδεινωθεί.
Γράφτηκε ήδη στην Ελλάδα πως ο ΑΔΜΗΕ έχει προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο της Κύπρου εναντίον πρόνοιας στο ρυθμιστικό πλαίσιο που προβλέπει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τις κυπριακές και ελλαδικές Αρχές για το κόστος που θα έχουν πληρώσει οι καταναλωτές για την κατασκευή της διασύνδεσης και για την απώλεια οφέλους, εάν το έργο δεν ολοκληρωθεί με ευθύνη του φορέα υλοποίησης και των εργολάβων του.
Είχε όμως γίνει γνωστό πριν αρκετούς μήνες ότι ο ΑΔΜΗΕ προσέφυγε νωρίτερα στη Δικαιοσύνη εναντίον της απόφασης της ΡΑΕΚ να μην αρχίσει η ανάκτηση χρημάτων από μέρους του ΑΔΜΗΕ πριν ολοκληρωθεί το έργο. Απόφαση που άλλαξε στην πορεία, αλλά δεν υπάρχει πληροφόρηση ότι αποσύρθηκε η προσφυγή.
Και υπάρχει και μία τρίτη προσφυγή στη Δικαιοσύνη εναντίον της απόφασης της ΡΑΕΚ (και της ΡΑΑΕΥ Ελλάδας) να μην πληρωθεί ο ΑΔΜΗΕ και τα 48 εκατ. που δηλώνει ότι πλήρωσε στη EuroAsia Interconnector για να του παραχωρήσει το έργο. Του ενέκριναν μόνο 12 εκατ. ευρώ.
Υπό αυτά τα δεδομένα, αλλά συνυπολογίζοντας και τις αλλεπάλληλες διαφωνίες ή αντιπαραθέσεις που είχαν οι ρυθμιστές ενέργειας με ανθρώπους του ΑΔΜΗΕ τον τελευταίο χρόνο, διά ζώσης, μέσω τηλεδιασκέψεων ή με αλληλογραφία, δεν δικαιολογείται αισιοδοξία ότι αυτή η «δουλειά» προχωρεί μέσα σε εποικοδομητικό κλίμα συνεργασίας.
Και μιλάμε για μια συνεργασία που εκ των πραγμάτων, λόγω της σημασίας αλλά και της πολυπλοκότητας του έργου, θα περάσει από δύσκολες φάσεις τα επόμενα 5-6 χρόνια, τουλάχιστο, που θα απαιτήσουν συνεχείς διαβουλεύσεις, με αιτήματα για εκταμίευση εκατομμυρίων, που άλλοτε θα εγκρίνονται ως έχουν, άλλοτε με περικοπές και άλλοτε θα απορρίπτονται. Αν πριν καλά-καλά ξεκινήσει το έργο μετράμε ήδη τρεις προσφυγές -χώρια τα «καρφώματα» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από μέρους του ελληνικού οργανισμού- διερωτάται κανείς πότε θα γίνει η μετωπική σύγκρουση, της οποίας οι συνέπειες ίσως να είναι πολλαπλάσιες του φιάσκου στο τερματικό Βασιλικού και της επεισοδιακής διάρρηξης των σχέσεων με την κινεζική CPP.
Επιπλέον, η πληροφόρηση που υπάρχει για τη μελέτη δέουσας επιμέλειας που έγινε από ξένο οίκο για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει πως εντοπίστηκαν αρκετά θέματα -όχι ένα και δυο- που πρέπει να προβληματίσουν την κυπριακή πλευρά αν συνεχίσει να επιθυμεί την αγορά μετοχικού κεφαλαίου στη θυγατρική του ΑΔΜΗΕ Great Sea Interconnector, στην οποία θα μεταβιβαστεί ο ρόλος του φορέα υλοποίησης.
Για παράδειγμα, θα μεταβιβαστεί στη νέα εταιρεία και η ιδιοκτησία του έργου; Και η χορηγία των 657 εκατ. από την ΕΕ; Το θεωρούσαμε δεδομένο έως πριν μερικές μέρες, που έγινε γνωστό ότι η συμφωνία παραχώρησης που κατατέθηκε από τον ΑΔΜΗΕ στη ΡΑΕΚ (και την ελληνική ρυθμιστική αρχή) για έγκριση δεν προβλέπει παραχώρηση της ιδιοκτησίας του έργου στην Great Sea Interconnector. Συνεπώς ούτε στους μετόχους αυτής της εταιρείας, ούτε στην Κυπριακή Δημοκρατία, αν κάνει το μεγάλο βήμα να επενδύσει στην εταιρεία αυτή.
Επίσης, η εταιρεία θα είναι κυπριακή και θα διέπεται από το κυπριακό δίκαιο και οι διαφορές που θα την αφορούν θα επιλύονται σε κυπριακά δικαστήρια;
Η κυπριακή Κυβέρνηση έχει ενημερώσει την ελληνική για τις ανησυχητικές παρατηρήσεις του εξωτερικού συμβούλου. Και αναμένονται οι δικές της απαντήσεις ή παρατηρήσεις.
Είναι δυνατή η ουσιώδης τροποποίηση της συμφωνίας παραχώρησης του έργου από τον ΑΔΜΗΕ στην Great Sea Ιnterconnector, ώστε να διατηρηθούν οι προοπτικές επένδυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διασύνδεση των 2 δισ.; Είναι δυνατή, φθάνει να το θελήσουν ο ΑΔΜΗΕ και το ελληνικό Δημόσιο.
Το βέβαιο είναι πως υπό τις παρούσες συνθήκες η Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη δεν δικαιολογείται να πάρει τη μεγάλη απόφαση να εισέλθει σε ένα έργο γεμάτο φανερά και καλυμμένα ναρκοπέδια. Αν ο ΑΔΜΗΕ επιμένει σε αυτά που οι εξωτερικοί σύμβουλοι του κράτους και αρμόδιοι δημόσιοι λειτουργοί απορρίπτουν ως ιδιαιτέρως επικίνδυνα για το κυπριακό συμφέρον, μπορεί ανενόχλητος να προχωρήσει στην υλοποίηση της διασύνδεσης. Και δεν θα μπορεί αυτή τη φορά να κατηγορήσει την κυπριακή πλευρά ότι τινάζει το έργο στον αέρα επειδή ίσως δεν θα θελήσει να γίνει ο πρώτος (και ίσως ο μόνος) επενδυτής, πλην του ΑΔΜΗΕ, σε αυτή την ιστορία.