Διαχρονικά, ο καθορισμός της αμοιβής για ανάθεση ενός λογιστικού ελέγχου οικονομικών καταστάσεων είναι από τα θέματα διαπραγμάτευσης μεταξύ των εταιρειών και των ελεγκτικών οίκων.
Από τη μία πλευρά, οι οργανισμοί υποχρεούνται εκ του νόμου να έχουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις και οι μέτοχοι να θέλουν οι αμοιβές που πληρώνουν να είναι λογικές. Από την άλλη, οι ελεγκτές θέλουν να διασφαλίσουν ότι οι αμοιβές τους είναι επαρκείς. Συχνά ακούγεται η άποψη ότι οι ελεγκτικές αμοιβές είναι υπερβολικές. Κατά μία έννοια, η πεποίθηση για το εάν μια ελεγκτική αμοιβή θεωρείται υπερβολική ή όχι μπορεί να βασίζεται στην υποκειμενική άποψη του ελεγχόμενου, για το απαιτούμενο εύρος του ελέγχου. Αυτό, όμως, δεν απεικονίζει πάντα την πραγματικότητα.
Πριν αναλύσουμε τις συνισταμένες των αμοιβών, καλό θα ήταν να αποσαφηνιστεί ο ρόλος του λογιστή μιας εταιρείας, που είναι η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων και του ελεγκτή, που ασχολείται αποκλειστικά με τον έλεγχο αυτών.
Ποιες όμως είναι οι παράμετροι που καθορίζουν την ελεγκτική αμοιβή;
- Μέγεθος του ελεγχόμενου
Είναι προφανές ότι αριθμός των ωρών που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του ποιοτικού ελέγχου θα καθορίσει και το ύψος της ελεγκτικής αμοιβής. Το μέγεθος ενός οργανισμού καθορίζεται από τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις, καθώς και από τον κύκλο εργασιών του. Περισσότερες συναλλαγές απαιτούν περισσότερες ελεγκτικές διαδικασίες, που με τη σειρά τους οδηγούν σε υψηλότερες αμοιβές. Αντίστοιχα, όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος του ελεγχόμενου, τόσο περισσότερη δουλειά χρειάζεται και οδηγεί με τη σειρά της σε υψηλότερη αμοιβή. - Ελεγχόμενος τομέας
Ορισμένοι τομείς, όπως για παράδειγμα ο τραπεζικός, ο κατασκευαστικός και άλλοι, απαιτούν ιδιαίτερες και συγκεκριμένες ελεγκτικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, η αναγνώριση εσόδων – εξόδων από συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες, οι αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, όπως πελατών, χαρτοφυλακίων, ακινήτων και άλλων, απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις και εξειδικευμένες δεξιότητες, οι οποίες αυξάνουν σημαντικά το κόστος και συνάμα την αμοιβή του ελέγχου. - Το μέγεθος της ελεγκτική εταιρείας
Η σχετική βιβλιογραφία συνδέει το μέγεθος της ελεγκτικής εταιρείας με την αύξηση της αμοιβής ελέγχου. Μια ελεγκτική εταιρεία η οποία έχει παρουσία στις περισσότερες χώρες του κόσμου, απασχολεί χιλιάδες επαγγελματίες με εξειδικευμένες γνώσεις και πρόσβαση σε αμέτρητες βιβλιοθήκες και γνωστικά αντικείμενα, προφανώς είναι σε θέση να χρεώνει μεγαλύτερα ποσά. Και αυτό γιατί το πλεονέκτημα της παγκόσμιας πρόσβασης πληροφοριών προσδίδει προστιθέμενη αξία στη γνώση και στην ποιότητα του ελέγχου. - Πολυπλοκότητα
Όσο πιο πολύπλοκη είναι μια εταιρεία, τόσο υψηλότερες είναι οι αμοιβές. Για παράδειγμα, η παρουσία ενός οργανισμού σε διαφορετικές χώρες, με θυγατρικές ή άλλες συνδεδεμένες εταιρείες, αυξάνει τον βαθμό πολυπλοκότητας, καθώς απαιτούνται πέραν της μίας έκθεσης ελέγχου. Αντίστοιχα, όταν μία εταιρεία ασχολείται σε διαφοροποιημένους τομείς και πέραν της μίας σειράς παραγωγής, όπως για παράδειγμα τραπεζικές εργασίες και ανάπτυξη ακινήτων, απαιτεί διαφορετικές ελεγκτικές διαδικασίες για κάθε σειρά παραγωγής και συνεπώς αυξάνει και το κόστος. - Μεταβολές στη λειτουργία της ελεγχόμενης εταιρείας
Είναι προφανές ότι, όταν αλλάζουν πράγματα μέσα σε μία επιχείρηση, όταν π.χ ένας όμιλος αγοράζει μια νέα εταιρεία ή δημιουργεί μια νέα σειρά παραγωγής ή διενεργεί συναλλαγές πέραν των συνηθισμένων, προϋποθέτει και την αντίστοιχη διαφοροποίηση και τον σχεδιασμό επιπλέον ελεγκτικών διαδικασιών, που ανεβάζουν το κόστος του ελέγχου. - Καθυστερήσεις στην παράδοση λογιστικών πληροφοριών
Η αλλαγή λογιστικών προτύπων, όπως για παράδειγμα τα διεθνή πρότυπα IFRS 15,9, 16, 17 και άλλα, επέβαλαν την άμεση απόκτηση ειδικών γνώσεων υψηλού επιπέδου, γεγονότα για τα οποία οι ελεγχόμενοι οργανισμοί δεν ήταν πάντοτε κατάλληλα προετοιμασμένοι. Επομένως, οι προσαρμογές που απαιτούνται να γίνουν σε τεχνικό επίπεδο συντελούν σε αυξημένες ελεγκτικές ώρες.
Επίσης, υπάρχουν περιπτώσεις τις οποίες, ενώ μπορεί να έχει συμφωνηθεί μια ελεγκτική αμοιβή, στην πορεία προκύπτει ότι ο ελεγχόμενος δεν ήταν προετοιμασμένος να παραδώσει εγκαίρως τις πληροφορίες ή οι πληροφορίες που παραδίδει δεν είναι αποδεκτές για έλεγχο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υπερβάσεων, οι οποίες μεταφέρονται στο κόστος της συμφωνηθείσας αμοιβής.
Το σίγουρο είναι ότι το μέγεθος της αμοιβής, υψηλής ή χαμηλής, δεν πρέπει να είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή ανάθεσης ελέγχου σε μια ελεγκτική εταιρεία. Ο έλεγχος, ως διαδικασία, δεν πρέπει και δεν είναι μια ακόμα κανονιστική συμμόρφωση, αλλά μια διαδικασία στην οποία οι ελεγχόμενοι αποκτούν προστιθέμενη αξία στην ποιότητα των οικονομικών τους καταστάσεων.
BSc, MBA, CPA (GR), FCCA, Principal, Ελεγκτικές Υπηρεσίες, KPMG Κύπρου