Επικρίθηκε, παρομοιάστηκε με καρικατούρα, προκάλεσε ποικίλους χαρακτηρισμούς κυρίως αρνητικούς, καταδικάστηκε ακόμη και στο Δικαστήριο. Παρ’ όλα αυτά ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο νέος πλανητάρχης και επιστρέφει για δεύτερη φορά στον Λευκό Οίκο, κερδίζοντας μάλιστα με σχετική άνεση την αντίπαλό του Κάμαλα Χάρις. Τις αιτίες πίσω από αυτή τη νίκη ερμηνεύουν στο philenews o πολιτικός επιστήμονας Γιώργος Βενιζέλος και η αναπληρώτρια καθηγήτρια πολιτικής επικοινωνίας στο ΤΕΠΑΚ, Βασιλική Τρίγκα.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από την προφορά του, την ακατέργαστη μορφή του λόγου του, τις κοφτές και συντακτικά ελλιπείς προτάσεις, την απλή γλώσσα, την άγνοια, τις παράξενες αναφορές», υπογραμμίζει ο κ. Βενιζέλος και προσθέτει ότι: «Όλα αυτά παραβιάζουν τους κανόνες πολιτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, το οποίο μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για τους δημοκρατικούς, για τους φιλελεύθερους, για άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο κλπ -οι οποίοι ψήφισαν τη Χάρις- όμως είναι ακριβώς αυτά τα στοιχεία που ενίσχυσαν τον Τραμπ και που βοήθησαν να υπάρξει μια ταύτιση μερίδας και υποομάδων της κοινωνίας με τον Τραμπ. Κατάφερε να ταυτιστεί με την αυθεντικότητα. Το στυλ του έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο».

Παράλληλα, σημειώνει ο κ. Βενιζέλος, ο Τραμπ σε κάθε του εμφάνιση πραγματοποιεί show. «Είναι πολιτικός διασκεδαστής. Προκαλεί μια ευφορία να τον παρακολουθείς κάθε βράδυ στην τηλεόραση. Είναι διασκεδαστικός», σημείωσε και διευκρίνισε ότι αποτελεί διεθνή τάση ο κόσμος να βαριέται την πολιτική και τους πολιτικούς. «Σε αντίθεση, λοιπόν, ο Τραμπ δεν είναι βαρετός. Αυτό τραβά τα πλήθη να τον ακολουθούν, ακόμη και αν αδιαφορούν ή και διαφωνούν με πολιτικές του». Ο Τραμπ, επιπλέον, γίνεται πολλές φορές προκλητικός, κάτι που επίσης τραβάει την προσοχή του κόσμου. «Μάλιστα, φαίνεται να μην υπάρχει στρατηγική πίσω από αυτή τη συμπεριφορά του, κάτι το οποίο ενισχύει, περεταίρω, την εικόνα του αυθεντικού».

Εξίσου σημαντικό για την νίκη του Τραμπ, εξηγεί ο κ. Βενιζέλος, είναι ότι κατάφερε να διεισδύσει σε ορισμένες ομάδες πολιτών στις οποίες είχε πολύ μικρότερη απεύθυνση, όπως οι μαύροι και τα άτομα που προέρχονται από την Λατινική Αμερική. «Συνήθως ψήφιζαν Δημοκρατικούς, όμως, ο Τραμπ φαίνεται να διπλασίασε τα ποσοστά του σε αυτούς τους ψηφοφόρους στο 25%». Το ίδιο συνέβη και με τους ψηφοφόρους στα αστικά κέντρα, οι οποίοι επίσης ψηφίζουν “παραδοσιακά” Δημοκρατικούς.

Μια άλλη τακτική του Τραμπ που φαίνεται ότι συνέβαλε στη νίκη του, σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, είναι ότι χρησιμοποίησε ρητορική μίσους και παράλληλα ότι κατάφερε να καλλιεργήσει φόβους και ανασφάλειες, όπως για παράδειγμα για τους μετανάστες. Στη συνέχεια και αφού η κοινωνία τα αφομοίωσε ως υπαρκτά, ο Τραμπ παρουσίαζε ατζέντα που προσέφερε λύσεις στα εν λόγω προβλήματα.

Ο Τραμπ φαίνεται να ενισχύθηκε από την στάση των αντι – τραμπικών, οι οποίοι, όπως σημειώνει ο κ. Βενιζέλος, χρησιμοποιούσαν χαρακτηρισμούς και επίθετα εναντίον του, καλλιεργώντας για τους ίδιους ένα προφίλ ελιτισμού και αλαζονείας. «Αυτό είχε γίνει και το 2016, όπου κανένας δεν περίμενε να κερδίσει ο Τραμπ. Σχεδόν επαναλήφθηκε το 2020, όπου φάνηκε εκ του αποτελέσματος ότι δεν πήραν το μάθημά τους οι Δημοκρατικοί, βάζοντας ως ανθυποψήφιά του και με μεγάλη καθυστέρηση, την Κάμαλα Χάρις. Ένα άτομο που αντιπροσωπεύει ακριβώς τα αντίθετα από τον Τραμπ και η οποία δεν θα μπορούσε να αντλήσει ψηφοφόρους από τη δεξαμενή του Τραμπ».

Επικοινωνιακά σίγουρα κερδίζει, συνεχίζει ο κ. Βενιζέλος. «Βλέπουμε και με ποιον τρόπο χειρίζεται τα social media, το TikTok, το Instagram κλπ. Σίγουρα υπάρχουν άλλοι λόγοι που ευνόησαν τη νίκη Τραμπ και έχουν να κάνουν με το πολιτικό σύστημα και το πώς εκλέγονται οι πολιτικοί στην Αμερική».

Όσον αφορά στην Κάμαλα Χάρις, ο κ. Βενιζέλος θεωρεί ότι πλήρωσε ακριβά το φιάσκο με την υποψηφιότητα Τζο Μπάιντεν και ότι μπήκε, τελικά, πολύ καθυστερημένα στην κούρσα των εκλογών. Επίσης, είπε, δεν αποκλείεται οι Δημοκρατικοί να έχασαν και μερίδα μουσουλμάνων ψηφοφόρων «λόγω των χειρισμών τους ή/και της αδυναμίας που έδειξαν όσον αφορά τον πόλεμο στη Γάζα». Πολιτικό κόστος, σημειώνει, δεν αποκλείεται να είχε και η μαζική καταστολή των φοιτητών που διαμαρτύρονταν για την Παλαιστίνη.

Βασιλική Τρίγκα: Ο κόσμος ήθελε να μπορεί να καταναλώνει

Σε μία μεγάλη η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρθηκε η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ του ΤΕΠΑΚ, Βασιλική Τρίγκα. «Φαίνεται ότι υπήρχε μια εδραιωμένη ανάγκη για αλλαγή και νομίζω ήταν δύο οι παράμετροι που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο: η οικονομία και η μετανάστευση».

Όσον αφορά στην οικονομία, είπε η κ. Τρίγκα και παρά το γεγονός ότι οι δείκτες δείχνουν πως πάει καλά και ότι απέδωσαν οι πολιτικές Μπάιντεν, καθώς υποχωρεί ο πληθωρισμός και υπάρχει ανάπτυξη, εντούτοις αυτή η ευμάρεια δεν συναντάται στο αμερικανικό νοικοκυριό.

«Ο πολίτης σκέφτεται πως ένας καφές και ένα κρουασάν κάνουν $20. Δεν τον ενδιαφέρουν οι δείκτες. Υπάρχει απόσταση μεταξύ της εικόνας που παρουσιάζουν οι μικροοικονομικοί δείκτες σε σχέση με αυτό που βιώνει κάποιος στο σπίτι και στο πορτοφόλι του. Άρα θεωρώ ότι η στέρηση σε αυτό που αγαπάει να κάνει η Αμερική, δηλαδή στον καταναλωτισμό, οδήγησε σε μια συνειδητοποιημένη ανάγκη για αλλαγή. Οι Αμερικανοί δεν ήταν χαρούμενοι», υπογράμμισε η κ. Τρίγκα.

Η δεύτερη παράμετρος για τη νίκη Τραμπ, έχει να κάνει με τη μετανάστευση. «Ο ρατσισμός και οι έμφυλες διακρίσεις μπήκαν σε δεύτερη μοίρα και η μετανάστευση κινητοποίησε ανθρώπους, οι οποίοι είναι και ίδιοι μετανάστες. Εδώ μιλάμε για το αντανακλαστικό του κοινωνικού ανταγωνισμού».

Ένας λόγος, σύμφωνα με την κ. Τρίγκα, που όλα αυτά δεν έγιναν διακριτά στις δημοσκοπήσεις ήταν η κρυφή ψήφος από το αντίπαλο δέος. Δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι κυρίως γυναίκες που τις αφορούν τα θέματα φύλου θα ψήφιζαν Χάρις. «Τελικά φαίνεται ότι συνέβη το αντίθετο. Ότι υπήρχε η κρυφή ψήφος, η οποία δεν δηλωνόταν γιατί τρέπονταν να πουν ότι θα στηρίξουν Τραμπ».

Εξάλλου, είπε, παρά το γεγονός ότι η Κάμαλα προσπάθησε να αποταχθεί την κυβέρνηση Μπάιντεν, εντούτοις τη χρεώνεται. «Χρεώνεται την ακρίβεια. Χρεώνεται ότι δεν μπόρεσε να κάνει κάτι για να βελτιωθεί η ζωή του πολίτης της Αμερικής. Χρεώνεται ότι στην καμπάνια της δεν υπήρχε αφήγημα, αλλά περισσότερο μια άμυνα από την επίθεση του Τραμπ».