Οι ρωσικές απαιτήσεις αντικατοπτρίζουν όρους παρόμοιους με αυτούς που είχαν παρουσιαστεί προηγουμένως στις ΗΠΑ, σύμφωνα με πηγές του Reuters.

Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνουν την απαγόρευση ένταξης του Κιέβου στο ΝΑΤΟ – υποσχέσεις που είχαν δοθεί από τους Τζο Μπάιντεν και Άντονι Μπλίνκεν στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι – καθώς και την αποφυγή εγκατάστασης ξένων στρατευμάτων στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με δύο άτομα που γνωρίζουν το θέμα, η Ρωσία υπέβαλε στις ΗΠΑ έναν κατάλογο αιτημάτων για μια συμφωνία που θα έθετε τέλος στον πόλεμο στην Ουκρανία και θα επαναφέρει τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον.

Δεν έχει διασαφηνιστεί ποιο ακριβώς περιεχόμενο περιλάμβανε ο κατάλογος της Μόσχας ή αν η Ρωσία είναι διατεθειμένη να εμπλακεί σε ειρηνευτικές συνομιλίες με το Κίεβο πριν την αποδοχή των αιτημάτων αυτών. Όπως ανέφεραν οι πηγές, Ρώσοι και Αμερικανοί αξιωματούχοι συζήτησαν τους όρους, τόσο σε προσωπικές όσο και σε διαδικτυακές συναντήσεις, τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.

Οι όροι του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκαν ως ευρείς και συγκρίσιμοι με τις προηγούμενες απαιτήσεις που είχε θέσει όσον αφορά την Ουκρανία, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Σε παλαιότερες περιπτώσεις, αυτές οι απαιτήσεις περιλάμβαναν την απαγόρευση ένταξης του Κιέβου στο ΝΑΤΟ, μια συμφωνία για την αποτροπή ανάπτυξης ξένων στρατευμάτων στην Ουκρανία και την διεθνή αναγνώριση του ισχυρισμού του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν ότι η Κριμαία και τέσσερις επαρχίες ανήκουν στη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι θέλει άμεσα κατάπαυση του πυρός καθώς χάνει εδάφη

Ταυτόχρονα, η Ρωσία τα τελευταία χρόνια έχει επιδιώξει από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να αναλάβουν δράση για αυτό που αποκάλεσε «βαθύτερες αιτίες» του πολέμου, περιλαμβάνοντας και την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, περιμένει από τον Πούτιν να αποκαλύψει αν θα συμφωνήσει σε μια εκεχειρία 30 ημερών, η οποία, όπως δήλωσε ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι την Τρίτη, θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς ειρηνευτικές συνομιλίες.

Η δέσμευση του Πούτιν για μια πιθανή συμφωνία εκεχειρίας παραμένει αβέβαιη, καθώς οι λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, νομοθέτες και εμπειρογνώμονες εκφράζουν ανησυχίες ότι ο Πούτιν, πρώην αξιωματικός της KGB, ίσως χρησιμοποιήσει την εκεχειρία για να εντείνει – όπως υποστηρίζουν – μια προσπάθεια διχασμού μεταξύ ΗΠΑ, Ουκρανίας και Ευρώπης, υπονομεύοντας έτσι τις συνομιλίες.

Στο Κίεβο, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποδέχθηκε θετικά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα στη Σαουδική Αραβία μεταξύ Αμερικανών και Ουκρανών αξιωματούχων, χαρακτηρίζοντάς την ως εποικοδομητική, και τόνισε ότι μια ενδεχόμενη εκεχειρία 30 ημερών με τη Ρωσία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια ευρύτερη ειρηνευτική συμφωνία.

Η Μόσχα έχει τα ίδια αιτήματα, οι θέσεις της Δύσης αλλάζουν

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Μόσχα έχει επαναλάβει πολλά από τα ίδια αιτήματα, με ορισμένα από αυτά να οδηγούν σε επίσημες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Πιο πρόσφατα, η Μόσχα συζήτησε με την κυβέρνηση Μπάιντεν μια σειρά συναντήσεων στα τέλη του 2021 και στις αρχές του 2022, σε μια περίοδο που δεκάδες χιλιάδες ρωσικά στρατεύματα βρίσκονταν στις ουκρανικές συνοριακές γραμμές, περιμένοντας την εντολή για εισβολή.

Αυτά τα αιτήματα στοχεύουν στο να περιορίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, εκτεινόμενες από την Ανατολική Ευρώπη έως την Κεντρική Ασία. Αν και η κυβέρνηση Μπάιντεν απέρριψε ορισμένους από αυτούς τους όρους, προσπάθησε να αποτρέψει την εισβολή, διαπραγματευόμενη με τη Ρωσία για αρκετούς από αυτούς, όπως αναδεικνύουν έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης που εξέτασε το Reuters και δηλώσεις πρώην Αμερικανών αξιωματούχων.

Η προσπάθεια αυτή απέτυχε και οδήγησε στη ρωσική εισβολή στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Ωστόσο, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2021, οι ΗΠΑ είχαν υπογράψει ένα μνημόνιο στρατηγικής συνεργασίας με την Ουκρανία, βάσει του οποίου η χώρα θα εντασσόταν στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αποπυρηνικοποίηση, μη είσοδος στο ΝΑΤΟ

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες, αξιωματούχοι από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία ανέφεραν ότι ένα σχέδιο συμφωνίας που συζητήθηκε το 2022 στην Κωνσταντινούπολη από εκπροσώπους της Ουάσινγκτον, του Κιέβου και της Μόσχας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία για ειρηνευτικές συνομιλίες. Τελικά, η συμφωνία αυτή δεν υλοποιήθηκε.

Σε αυτές τις συνομιλίες, η Ρωσία ζήτησε από την Ουκρανία να εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της για ένταξη στο ΝΑΤΟ και να αποδεχθεί ένα μόνιμο καθεστώς χωρίς πυρηνικά. Επιπλέον, απαίτησε τη δυνατότητα επιβολής βέτου στις ενέργειες των χωρών που επιθυμούν να βοηθήσουν την Ουκρανία σε περίπτωση πολέμου.

Η κυβέρνηση του Τραμπ δεν έχει διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τις διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα. Οι δύο πλευρές διεξάγουν ξεχωριστές συνομιλίες: μία για την αποκατάσταση των σχέσεων ΗΠΑ–Ρωσίας και μία για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας στην Ουκρανία.

Ο «αναβαθμισμένος» Στιβ Γουίτκοφ αναμένεται να έχει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.

Γρίφος η εμπλοκή Γουίτκοφ στις διαπραγματεύσεις

Ο Στιβ Γουίτκοφ, ο Αμερικανός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή που συμβάλλει στην καθοδήγηση των συνομιλιών με τη Μόσχα, χαρακτήρισε τις συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη ως «πειστικές και ουσιαστικές διαπραγματεύσεις» και τόνισε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν «έναν οδηγό για την επίτευξη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας».

Ωστόσο, ο κορυφαίος απεσταλμένος του Τραμπ για την Ουκρανία και τη Ρωσία, ο στρατηγός εν αποστρατεία Κιθ Κέλογκ, δήλωσε σε ακροατήριο του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων την περασμένη εβδομάδα ότι δεν θεωρεί τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης ως σημείο εκκίνησης. «Νομίζω ότι πρέπει να αναπτύξουμε κάτι εντελώς νέο», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τη Ρωσία, ο Κιθ Κέλογκ χαρακτηρίζεται ως «γεράκι» κατά της Ρωσίας, ενώ η κόρη του έχει εμπλοκή με προμήθειες για την ουκρανική πλευρά, γεγονός που πιθανώς συνδέεται με την εμπλοκή του Στιβ Γουίτκοφ.

Παλιές, πολύ παλιές οι απαιτήσεις της Ρωσίας

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι τα αιτήματα της Ρωσίας πιθανώς δεν στοχεύουν αποκλειστικά στη διαμόρφωση μιας συμφωνίας με την Ουκρανία, αλλά ενδεχομένως να χρησιμεύσουν και ως θεμέλιο για συμφωνίες με τους δυτικούς υποστηρικτές της.

Σήμερα, οι Ρώσοι έχουν εγκαταλείψει τις ρητορικές αναφορές σε «αποναζιστικοποίηση», επαναφορά των απαγορευμένων γλωσσών και κομμάτων, δεδομένου ότι θεωρούν βέβαιο ότι η Ουκρανία θα συμφωνήσει με την παραχώρηση των επαρχιών που έχει προσαρτήσει η Ρωσία στον Ντονμπάς και τον Ντόνετσκ, όπου διαμένει ένα μεγάλο τμήμα της ρωσικής μειονότητας.

Για τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Ρωσία έχει θέσει παρόμοιες απαιτήσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες θα περιορίζουν την ικανότητα της Δύσης να ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία στην Ευρώπη και «ενδεχομένως θα επέτρεπαν στον Πούτιν να επεκτείνει την επιρροή του στην ήπειρο», όπως επισημαίνει το Reuters.

«Δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι οι Ρώσοι είναι πρόθυμοι να κάνουν παραχωρήσεις», δήλωσε η Άντζελα Στεντ, ανώτερη συνεργάτης του Ινστιτούτου Brookings, η οποία ήταν η κορυφαία αναλύτρια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών για τη Ρωσία και την Ευρασία. «Οι απαιτήσεις δεν έχουν αλλάξει καθόλου. Νομίζω ότι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την ειρήνη ή μια ουσιαστική κατάπαυση του πυρός».

Η Ρωσία δεν ήθελε αμερικανικούς πυραύλους και βάσεις στο έδαφός της Ουκρανίας

Στην προσπάθεια να αποτραπεί μια επικείμενη ρωσική εισβολή – όπως αυτό έβλεπαν οι αξιωματούχοι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών – ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μπάιντεν συζητούσαν με τους Ρώσους ομολόγους τους σχετικά με τρία από τα αιτήματα του Κρεμλίνου, σύμφωνα με έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης που εξέτασε το Reuters.

Σύμφωνα με αυτά τα έγγραφα, οι απαιτήσεις περιλάμβαναν την απαγόρευση διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων από τις ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ στα εδάφη των νέων μελών της συμμαχίας, καθώς και την απαγόρευση ανάπτυξης αμερικανικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς στην Ευρώπη ή οπουδήποτε εντός της εμβέλειας του ρωσικού εδάφους. Επιπλέον, οι Ρώσοι στόχευαν στην αποτροπή στρατιωτικών ασκήσεων των ΗΠΑ ή του ΝΑΤΟ από την Ανατολική Ευρώπη έως τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.

Όπως ανέφερε ο Κόρι Σάκε, πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου και διευθυντής μελετών εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στο American Enterprise Institute, «Πρόκειται για τις ίδιες ρωσικές απαιτήσεις που διατυπώνονται από το 1945». Πρόσθεσε: «Με τη συμπεριφορά της κυβέρνησης Τραμπ τις τελευταίες εβδομάδες, οι Ευρωπαίοι δεν φοβούνται απλώς ότι τους εγκαταλείπουμε, φοβούνται ότι έχουμε ενωθεί με τον εχθρό».

in.gr