Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews
Από την ώρα που ανακοινώθηκε, προχθές, η παραίτηση του Τζάστιν Τρουντό μεγάλα δυτικά ΜΜΕ έσπευσαν να αναδείξουν ως κυρίαρχο στοιχείο στην κάλυψη της είδησης τις κακές σχέσεις του με τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και τη στήριξη του Ίλον Μασκ στον ηγέτη των συντηρητικών Πιέρ Πουαλιέβρ, παραλληλίζοντάς την εμμέσως πλην σαφώς με την (άλλοτε…) στήριξη του Μασκ στον Νάιτζελ Φάρατζ και άλλους λαϊκιστές του είδους.
Και ήταν η συνέχεια ενός παρόμοιου αφηγήματος το οποίο είχε κυκλοφορήσει ευρέως όταν ο Τρουντό βρέθηκε για πρώτη φορά 20 ολόκληρες μονάδες πίσω από τον Πουαλιέβρ και τα ίδια περίπου ΜΜΕ έστελναν το μήνυμα ότι είχε βρει τον μπελά του με την (δεύτερη) εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.
Μόνο που, η πτώση του Τρουντό, του νεαρότερου Πρωθυπουργού στην Ιστορία του Καναδά και του μακροβιότερου στο αξίωμα επίσης, δεν είχε να κάνει με τον Τραμπ με τον οποίο είχε συγκρουστεί ουκ ολίγες φορές στην πρώτη του θητεία. Ούτε ο Πουαλιέβρ έχει σχέση με τον Φάρατζ, απεναντίας είναι ένας σοβαρός πολιτικός με ένα βιογραφικό αξιόλογο και καθόλου λαϊκίστικο και το εάν ο Έλον Μασκ τον υποστηρίζει, δεν μπορεί να χρεώνεται φυσικά στον Πουαλιέβρ.
Κανείς δεν αμφιβάλλει για τους κινδύνους που συνεπάγεται η ανεξέλεγκτη εξουσία των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, ωστόσο, αυτό δεν αφορά μόνο τον Μασκ όπως το συγκεκριμένο αφήγημα και άλλα «προοδευτικά» προσπαθούν να επιβάλουν. Αφορά, ίσως και περισσότερο μάλιστα σε συνθήκες πλήρους ανελευθερίας, καθεστώτα όπως αυτό της Κίνας λ.χ. το οποίο εργαλειοποίησε το Tik Tok για να αποσταθεροποιήσει τη Δύση, με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτό βέβαια οι «προοδευτικές» ψυχές, τις οποίες φοβίζει ο καπιταλισμός του Μασκ αλλά όχι του… Πούτιν και των υπόλοιπων κλεπτοκρατών της Μόσχας, το προσπερνούν απλώς.
Σαφώς και είναι εύκολο να φορτώνει κανείς τα πάντα στον Μασκ ή τον Τραμπ ή τον οποιονδήποτε.
Ναι ο Τραμπ απειλεί με την επιβολή φόρων οι οποίοι θα γονατίσουν οικονομικά τον Καναδά λέγοντας ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σηκώσουν άλλο το βάρος των τεράστιων εμπορικών ελλειμμάτων και των επιδοτήσεων που χρειάζεται ο Καναδάς για να μην βουλιάξει», και προτείνοντας μάλιστα την… ένωση της χώρας με τις ΗΠΑ.
Δεν είναι αυτό όμως που οδηγούσε τους Καναδούς μακριά από τον Τρουντό, όπως αυτό δεν ήταν που οδήγησε και τους Αμερικανούς μακριά από τους Δημοκρατικούς.
Όταν το κόστος της ζωής καλπάζει και στην περίπτωση του Καναδά τα στεγαστικά προγράμματα απέτυχαν και οδήγησαν στην εκτόξευση των τιμών στην αγορά, όταν η ανεργία ανεβαίνει συνεχώς και οι χώρες δείχνουν να βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο, με ηγέτες μάλιστα όπως ο Τρουντό που επιμένουν να σηκώνει η χώρα τους σε καιρούς χαλεπούς και σε βάρος μεγαλύτερο του δυνατού την προσπάθεια για το περιβάλλον με τη φορολογία για τον άνθρακα λ.χ. η οποία έπληξε τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, ο κόσμος που δεν ζει σε συνθήκες ευμάρειας και δοκιμάζεται την ώρα που τα βλέπει όλα αυτά δεν έχει χρόνο για ακτιβισμό όπως τα πολιτικά τζάκια της χώρας, καλή ώρα αυτό του Τρουντό.
Όταν επίσης η πολιτική για τη μετανάστευση έχει μετατρέψει τον Καναδά σε ένα κέντρο επιδοτούμενου ισλαμισμού ο οποίος συν τοις άλλοις δεν αντέχει τον τρόπο ζωής αυτών που τον επιδοτούν, τότε οι τελευταίοι κάποια στιγμή θα διερωτηθούν. Και αυτό, είτε δοκιμάζονται οικονομικά, είτε όχι. Θα διερωτηθούν μέχρι που θα αφεθούν να φτάσουν τα πράγματα στο όνομα του «πλουραλισμού» ο οποίος καλύπτει το «δικαίωμα» κάποιου να ζητά την επιβολή παρανοϊκών ιδεών όπως η Σαρία, αλλά όχι το δικό του δικαίωμα να εναντιώνεται σε αυτήν, διότι τότε θεωρείται «ρατσιστής». Κι όλα αυτά την ώρα που τα οικονομικά προβλήματα οδηγούν εδώ και μία δεκαετία μεγάλους αριθμούς απαραίτητων για τη χώρα μεταναστών να φεύγουν μετά από μερικά χρόνια. Ο Καναδάς χρειάζεται τους μετανάστες, δεν μπορεί να επιβιώσει αλλιώς. Η αδυναμία του όμως να θέσει ωφέλιμα και όχι πολιτικώς ορθά κριτήρια για το από πού έρχονται οι μετανάστες αυτοί και να παραδεχθεί ότι δεν μπορούν και δεν θέλουν όλοι να αφομοιωθούν χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους αλλά και χωρίς να γίνονται πρόβλημα για τους άλλους, εγκλώβισε τη χώρα σε μια δίνη φθοράς η οποία προκαλεί συνεχώς νέα προβλήματα.
Η περίπτωση Τρουντό και του Καναδά είναι απολύτως ενδεικτική της μοίρας ανεκτικών και φιλελεύθερων κοινωνιών οι οποίες πνίγονται μέσα στην πολιτική ορθότητα, την αυτολογοκρισία, τις επιλεκτικές ευαισθησίες και την αποξένωση αυτών που κυβερνούν από αυτούς που ψηφίζουν.
Μαζί και την τεράστια απόσταση που χωρίζει τους μεν και τους δε, χωρίς οι πρώτοι να προσπαθούν να πλησιάσουν τους δεύτερους. Είναι η μοίρα κοινωνιών οι οποίες γίνονται ιδανικά θύματα για τους λαϊκιστές, τους ακραίους και τις κρυμμένες ατζέντες και τα συμφέροντα.
Από αυτή την άποψη, το άδοξο τέλος του Τρουντό ίσως να δημιουργεί και κάποιες ελπίδες ότι η Ευρώπη μπορεί να ξυπνήσει πριν να είναι πολύ αργά. Έχοντας δει όμως πώς αντέδρασε και σε άλλες τέτοιες περιπτώσεις ίσως και αυτές οι ελπίδες να είναι τελικά φρούδες όπως και καταγράφηκαν στο παρελθόν.