Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews
Ματαίως μάλλον, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την άβολη είσοδο της επικεφαλής του, υπουργού Ανναλένα Μπέρμποκ στο Προεδρικό Ανάκτορο στη Δαμασκό και τον τρόπο με τον οποίο, πολύ ευγενικά ομολογουμένως, ο νέος κυρίαρχος στη Συρία, Αμπού Μοχάμεντ αλ Γκολάνι απέφυγε τη χειραψία μαζί της.
Το ΥΠΕΞ στο Βερολίνο υποστήριξε ότι η υπουργός όχι μόνο δεν ξαφνιάστηκε αλλά αντιθέτως γνώριζε το Πρωτόκολλο της «νέας» Δαμασκού, χωρίς όμως να πείσει ιδιαίτερα καθώς το βίντεο έδειχνε την Μπέρμποκ να αντιδρά με έκδηλη αμηχανία.
Η σκηνή «έκλεψε» την προσοχή των ΜΜΕ τόσο μάλιστα που η ουσία της επίσκεψης πέρασε σε δεύτερη μοίρα με κύριο θέμα το “Handshake-Gate” όπως ονομάστηκε.
Η κίνηση όμως του αλ Γκολάνι δεν είχε να κάνει με το εάν είναι τρομοκράτης διότι αυτό, εάν τίθεται εν αμφιβόλω, τίθεται πολύ αφελώς. Είναι. Όμως, παρότι αντιφατικές όπως και όλες οι ερμηνείες του Κορανίου, οι πιο συντηρητικές από αυτές λένε ότι μόνο στενοί συγγενείς δικαιούνται να κάνουν χειραψία με μια γυναίκα.
Η δε αντίδραση των ΜΜΕ φανέρωσε «δυτική» άγνοια και κάποια υπεροψία.
Η πρώτη για το πιο πάνω η δε δεύτερη διότι η Μπέρμποκ επέλεξε – και πολύ σωστά – να πάει ντυμένη όπως εκείνη ήθελε, με παντελόνι και χωρίς μαντίλα, ωστόσο ο αλ Γκολάνι είχε και εκείνος το δικαίωμα να χειριστεί το δικό του κομμάτι του Πρωτοκόλλου όπως ήθελε.
Αναμάρτητος ουδείς βέβαια. Οι τέσσερις πρώτες παράγραφοι και αυτού του κειμένου φανερώνουν το πόσο, είτε το θέλουμε είτε όχι, ασχολούμαστε με την εικόνα παρά με την ουσία, στις μέρες μας.
Εδώ, αν μιλάμε για την επίσκεψη Μπέρμποκ, ήταν η αγωνιώδης προσπάθεια της Δύσης, ειδικά δε της Γερμανίας, να κτίσει γέφυρες με τη νέα κατάσταση πραγμάτων στη Συρία.
Όχι μόνο για λόγους στρατηγικής αλλά, ειδικά το Βερολίνο, για να επιχειρήσει μια διαχείριση έστω της κατάστασης με τους Σύρους πρόσφυγες στη χώρα η οποία ξεφεύγει και ανοίγει διάπλατα το δρόμο για την άνοδο της ακροδεξιάς στην εξουσία.
Το ταξίδι ήταν κρίσιμο και από αυτή την άποψη, ως μια πρώτη επαφή.
Η ισχύς της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Μέση Ανατολή – και όχι μόνο εκεί – μειώνεται εδώ και χρόνια και η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να τρέξει για άλλη μια φορά πίσω από τις εξελίξεις σε ένα σκηνικό το οποίο άλλαξε και το οποίο σήμερα διαμορφώνεται ραγδαία, στη Συρία και αλλού.
Και η ενασχόληση με ζητήματα ήσσονος σημασίας ακόμα και με ανοησίες, όπως η προσπάθεια να καταλάβει κανείς πόσο… εξτρεμιστής είναι ο αλ Γκολάνι από το εάν έκανε χειραψία με την Μπέρμποκ, δεν βοηθά καθόλου.
Αυτή τη στιγμή προσπάθεια όλων των γειτονικών και άλλων κρατών της Μέσης Ανατολής είναι να αποκτήσουν όσο μεγαλύτερο έρεισμα μπορούν στην νέα κατάσταση: τα «ήπια» σουνιτικά καθεστώτα – με πρώτους τους Σαουδάραβες – το θέλουν προκειμένου να ανακόψουν την επιχειρούμενη επιβολή της ατζέντας της Τουρκίας και του Κατάρ και μέσω τους την ισχύ της επικίνδυνης για όλη την περιοχή Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Το δε Ισραήλ για τον ίδιο λόγο αλλά και για να διασφαλίσει τα βόρεια σύνορα του και εν όλω την ασφάλειά του προσδοκώντας παράλληλα πως ο Ντόναλντ Τραμπ θα επιβάλει στον Ταγίπ Ερντογάν μια λιγότερο επιθετική στάση έναντί του.
Σε βάθος χρόνου η Ιερουσαλήμ δεν διαβλέπει την όποια συνεννόηση με τους ισλαμιστές στη Δαμασκό και το ερώτημα εκεί δεν είναι εάν αλλά πότε θα καταστούν απειλή.
Ωστόσο, ισραηλινά ΜΜΕ και αναλυτές υποστηρίζουν ότι από κάποιους τουλάχιστον γίνονται σκέψεις για κάποια παρασκηνιακή επικοινωνία με στόχο την εξασφάλιση – μυστικά και ατύπως πάντα – μιας συνεννόησης η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα αμφοτέρων των πλευρών.
Το Ισραήλ δεν είναι διατεθειμένο πάντως να καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια παρακολουθώντας τη δημιουργία μιας νέας απειλητικής παρουσίας στο Βορρά του.
Πολλά τέλος, θα εξαρτηθούν από το βαθμό στον οποίο θα καταφέρει η Σαουδική Αραβία αλλά και οι άλλες χώρες του Κόλπου με πρώτα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να «μπουν» στη Συρία.
Για αυτά τα κράτη ανάλογα σοβαρό πρόβλημα είναι και πόσο θα ήθελαν να εμπλακούν αφού εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες έχουν σταθεί με όλες τους τις δυνάμεις απέναντι από την Αλ Κάιντα και όλες τις ομάδες που προέκυψαν από αυτήν.
Οι μονάρχες που τα διοικούν γνωρίζουν πως η μεγαλύτερη απειλή στην εξουσία τους είναι ακριβώς αυτά τα κινήματα όμως, από την άλλη, δεν έχουν την πολυτέλεια να μείνουν μακριά από το τι γίνεται στη Συρία.
Κι αυτό σε βάθος χρόνου ενδέχεται να είναι ακόμα πιο επικίνδυνο.