Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews

Το Χαλέπι, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας, μαζί και το διεθνές της αεροδρόμιο της πόλης έχουν πέσει μετά από οκτώ χρόνια ξανά στα χέρια σουνιτών τζιχαντιστών μετά από την σοβαρότερη αιφνιδιαστική επίθεση που εξαπέλυσαν οι δεύτεροι εναντίον του καθεστώτος Άσαντ εδώ και χρόνια. Βασική και αναμενόμενη η απορία που διατυπώνεται διεθνώς: ποιος επωφελείται και ποιος έχει να χάσει από την εξέλιξη;

Αρχίζοντας από το τελευταίο και παραλείποντας το αυτονόητο, τον άμαχο πληθυσμό, σίγουρα το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ και το Ιράν (και φυσικά ότι έχει απομείνει από τη Χεζμπολάχ) είναι οι χαμένοι. Ωστόσο, κανείς δεν πρέπει να βιάζεται να προεξοφλήσει το τι θα γίνει καθώς από το μεσημέρι ρωσικά μαχητικά βομβαρδίζουν σημεία που κατέλαβαν οι τζιχαντιστές ο δε συριακός στρατός ετοιμάζει αντεπίθεση, τόσο εκεί όσο και στο Ίντλιμπ από όπου εφόρμησαν οι ένοπλοι αλλά και στα περίχωρα του οποίου κατέλαβαν αεροπορική βάση του συριακού στρατού. 

Στο σουνιτικό Χαλέπι και τις γύρω σουνιτικές επίσης περιοχές το σιιτικό καθεστώς στηριζόταν σε δυνάμεις της Χεζμπολάχ οι οποίες όμως αποσύρθηκαν μετά τον Πόλεμο στο Λίβανο και αυτό είναι που έδωσε την ευκαιρία σε ενόπλους της μεγαλύτερης αυτή τη στιγμή δύναμης ενάντια στον Άσαντ, της Ταχρίρ αλ Σαμ, να επιτεθούν και να καταλάβουν τα σημεία αυτά. Αυτό δεν προεξοφλεί ούτε την διατήρηση της κατάστασης, ούτε βέβαια και την προέλαση των τζιχαντιστών αλλού, παρόλο που η αποδυνάμωση των Ιρανών είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τη Δαμασκό.

Μιλώντας λοιπόν για τους κερδισμένους, τέτοια είναι και η Άγκυρα η οποία σαφώς και στηρίζει παρασκηνιακά την επίθεση, όχι επειδή θέλει να ασχοληθεί με το καθεστώς της Δαμασκού αλλά διότι νιώθει πως απειλείται από την εδραίωση της κουρδικής παρουσίας στη βόρεια Συρία, τις κουρδικές δηλαδή περιοχές και το τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την άλλη πλευρά των συνόρων, τις δικές της κουρδικές περιοχές. Είναι σαφές πως σε βάθος χρόνου οι Κούρδοι είναι ο στόχος της.

Παρόλα αυτά, οι εικόνες τζιχαντιστών με το έμβλημα του ISIS μαζί με την τουρκική σημαία πάνω στις στολές τους και όχι μόνο, είναι σοβαρό πλήγμα της ήδη τρωθείσας εικόνας της Τουρκίας στη Δύση και ολόκληρη την πολιτισμένη ανθρωπότητα  την ώρα μάλιστα που όλοι μιλούν για την ανάμιξή της στις εξελίξεις. 

Και αυτό σίγουρα δεν μπορεί να είναι κέρδος από καμία άποψη.

Το Ισραήλ, όσο κι αν το ευρύτερο κλίμα αντισημιτισμού διεθνώς το θέλει να ευθύνεται και για αυτό δεν θα είχε λόγο να εμπλακεί και ακόμα περισσότερο να στηρίξει κάτι τέτοιο. Το δόγμα «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» έχει και εδώ τη θέση του και είναι ξεκάθαρο πως η προσπάθεια του Ισραήλ να αποκόψει μια και καλή τον βραχίονα του Ιράν και στη Συρία – εκεί όπου παράγονταν κατά κύριο λόγο τα όπλα για τη Χεζμπολάχ – ευνοείται από αυτή την εξέλιξη. Όμως μέχρι εκεί.

Για αυτό άλλωστε και, χθες το βράδυ, στην Ιερουσαλήμ η ισραηλινή ηγεσία διαβουλευόταν μέχρι αργά για να μελετήσει τις εξελίξεις στη Συρία. Το Ισραήλ πρώτον, δεν θέλει την όποια αύξηση της επιρροής της Τουρκίας στο συριακό έδαφος, πόσω μάλλον μέσω τρομοκρατικών οργανώσεων, δεύτερον, δεν θα ήθελε με τίποτα να πληγούν οι Κούρδοι στη Συρία και το Ιράκ στους οποίους επενδύει και τρίτον και βασικότερο, είναι ιδιαίτερα ανήσυχο για τον ισχυρισμό των τζιχαντιστών ότι κατέλαβαν το λεγόμενο Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας του καθεστώτος Άσαντ στο Χαλέπι στο οποίο παράγεται ευαίσθητος οπλισμός μαζί και τα χημικά όπλα που διαθέτει η Δαμασκός.

Από εκεί και πέρα, όσο κι αν είναι νωρίς ακόμη, οι εξελίξεις θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια νέα ανάφλεξη του εμφυλίου στη Συρία καθώς, αν και οι ένοπλοι της Ταχρίρ αλ Σαμ δεν υπερβαίνουν τις 20.000, μιλάμε για τζιχαντιστές έτοιμους να πεθάνουν και αδίστακτους. Δεν είναι τυχαίο ούτε το γεγονός ότι η οργάνωση έχει χαρακτηριστεί στο παρελθόν «ενσάρκωση της Αλ Κάιντα στη Συρία», ούτε βέβαια η ευκολία με την οποία κατέλαβαν μια πόλη δύο εκατομμυρίων ανθρώπων. Tέτοιο δεν είναι βέβαια ούτε και το γεγονός ότι η πλειονότητα των κατοίκων αυτών των περιοχών, αν και δεν υπάρχει ένδειξη ότι υποστηρίζει ενεργά την τρομοκρατία, βλέπει ως σουνιτική που είναι το καθεστώς Άσαντ ως τον βασικό της εχθρό, όχι άλλους σουνίτες. 

Αυτό ισχύει και για το συντριπτικό μέρος της Συρίας στην οποία το 74% του πληθυσμού είναι σουνίτες, έναντι μόλις 10% των αλεβιτών, των σιιτών δηλαδή, οι οποίοι κυβερνούν τη χώρα. Αυτό δε ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο συστατικό του εκρηκτικού συνδυασμού για το παρακάτω.

Πηγαίνοντας όμως πίσω στον αρχικό συλλογισμό και την απορία ποιος κερδίζει και ποιος χάνει, πέρα πάντα από τους αμάχους, χαμένη θα είναι και η ευρύτερη περιοχή από μία ανάφλεξη του πολέμου και ενδεχομένως μια νέα μαζική έξοδο προς την Ευρώπη. Μια ματιά στο χάρτη και η υπόμνηση του παρελθόντος είναι αρκετή για να καταλάβουμε γιατί πρέπει, περισσότερο από όλους ίσως, να ανησυχήσουμε και εμείς εδώ.