Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews
«Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται», λέει η αρχαία ελληνική ρήση και υπονοεί πως όταν ένα πρόσωπο με ισχύ ή ένας (και μία πλέον) ηγέτης (ηγέτιδα) χάσει την δύναμη που είχε, όλοι σπεύδουν να αρπάξουν ό,τι μπορούν. Όπως, στη αρχαία Αθήνα, οι άνδρες έτρεχαν να κόψουν ότι μπορούσαν από τη δρυ, την καθ’ ημάς βελανιδιά.
Τα απομνημονεύματα της Άνγκελα Μέρκελ, της μέχρι πρότινος ισχυρής γυναίκας της Ευρώπης φιλοδοξούν να βάλουν ένα τέλος στην υλοτόμηση μιας άλλοτε κραταιάς «δρυός». Της πρώτης γυναίκας καγκελαρίου της Γερμανίας η οποία παρέμεινε στην Καγκελαρία για 16 ολόκληρα χρόνια και η οποία, σίγουρα, διαφορετικά φαντάστηκε την υστεροφημία της η οποία, αν και σίγουρα δεν κρίθηκε ακόμα, αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα συνεπεία πολιτικών, πράξεων αλλά και παραλείψεών της.
Το τι κληροδοτεί η Μέρκελ δεν είναι μόνο σημαντικό για την εικόνα της ίδιας και, από όσα αφέθηκαν ήδη να δουν το φως της δημοσιότητας, η βιογραφία της δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα την εικόνα αυτή καθώς, αποκλίνοντας και από τη γερμανική πρακτική της αναγνώρισης λαθών και της (συνήθως πιο αυστηρής από όσο πρέπει) αυτοκριτικής, υπερασπίζεται πλήρως τα πεπραγμένα της.
Η υστεροφημία της Μέρκελ είναι πρωτίστως σημαντική διότι από την τελική αποτίμηση των ημερών της κρίνονται κι άλλα πράγματα, με πρώτο και κύριο την προσέγγιση στο Μεταναστευτικό αλλά και το πόσο λειτούργησαν τα δικά της και κατ’ επέκταση τα ευρωπαϊκά αντανακλαστικά στα σημάδια που η Ρωσία έδινε για τις μελλοντικές της επεκτατικές ορέξεις έναντι της Ευρώπης.
Την ώρα που τα σημάδια αυτά είχαν αρχίσει να εμφανίζονται, η Μέρκελ επέλεγε, όπως και πολλοί άλλοι, να τα παραγνωρίζει, φτάνοντας μερικές φορές σε σημεία απόκλισης από αυτό που ήταν λογικό να θεωρήσει ως «συμφέρον της Ευρώπης». Οι συμφωνίες για το αέριο με τη Ρωσία, τις οποίες επίσης υπερασπίζεται η Μέρκελ, θεωρούνται εξόχως προβληματικές για την Ευρώπη, κι αυτό μάλιστα πολύ κομψά ειπωμένο.
Αυτό όμως που πραγματικά θα αποβεί καθοριστικό και για την υπόλοιπη Ευρώπη, εκ των πραγμάτων αλλά και σε πολλά επίπεδα, είναι το ζήτημα του Μεταναστευτικού. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο βαθμός στον οποίο τόσο η Γερμανία, όσο και άλλα κράτη -κατά τραγική ειρωνεία το θέμα αυτό αφορά τη Γερμανία λιγότερο από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες- εμφανίζονται απροετοίμαστα να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μιας μεταναστευτικής πολιτικής η οποία ολοφάνερα έχει αποτύχει, προκαλεί σήμερα βίαιες παρενέργειες όπως τη στροφή του κόσμου στην ακροδεξιά. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η στροφή ενός μέρους δε του κόσμου σε εξίσου εξοικειωμένες με τη βία ομάδες και κόμματα της ακροαριστεράς, ενισχύει την ακροδεξιά, όπως και αντίστροφα.
Ζημιωμένη είναι μόνο η εξίσου μισητή και στα δύο άκρα και τις μορφές του ολοκληρωτισμού που επιζητούν δημοκρατία.
Η Γερμανία και η ίδια η Μέρκελ ηγήθηκαν αυτής της αποτυχημένης πολιτικής. Αποτυχημένης εν μέρει, διότι μεγάλο μέρος των ροών, κυρίως των μουσουλμάνων προσφύγων και μεταναστών δεν θέλει να προσαρμοστεί με έναν τρόπο ζωής που θεωρεί έκλυτο ενώ αντιθέτως, επιχειρεί να επιβάλει την «αλήθεια» των δικών του θρησκευτικών αντιλήψεων στην κοινωνία: σκοταδισμού, μισογυνισμού, ομοφοβίας και όλων όσων χαρακτηρίζουν τη Δύση. Πλην ίσως της είσπραξης επιδομάτων από τους φόρους των «απίστων» Δυτικών.
Η «πολιτική» της Γερμανίας και των υπολοίπων σαφώς δεν θα μπορούσε να φέρει στα συγκαλά τον όποιο κολλημένο στο Κοράνι και τις ερμηνείες του απαίδευτο άνθρωπο. Θα μπορούσε όμως, εάν δεν εξαντλείτο στην παροχή επιδομάτων, να είχε βοηθήσει πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η παραμονή τους στην Ευρώπη είχε και υποχρεώσεις και ποιες ήταν αυτές και πως εάν δεν τις αποδέχονταν θα έπρεπε να φύγουν, ως επίσης και τους ίδιους τους Ευρωπαίους να πειστούν ότι υπήρχε κάποια πολιτική και πως οι ίδιοι δεν πλήρωναν αστρονομικές φορολογίες για να κερδίζουν κάποιοι άλλοι από το φτηνό εργατικό δυναμικό που χρειάζονταν, εις βάρος των τοπικών κοινωνιών.
Εικόνες όπως αυτές που καταγράφηκαν και καταγράφονται, με χαρακτηριστικότερη εκείνη της διοργάνωσης μαθημάτων για νεαρούς πρόσφυγες από τη Συρία προκειμένου να τους εξηγηθεί, μετά την είσοδο τους, ότι η δυτική «αποκαλυπτική» αμφίεση των γυναικών δεν σήμαινε ότι επεδίωκαν κάτι άλλο και μάλιστα με τη βία εάν δεν συναινούσαν, έδειξαν πως δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική. Το ίδιο και η διάσημη πια φράση της “Wir schaffen das” («Θα το καταφέρουμε») που είπε όταν δεσμεύτηκε να αποδεχθεί έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων και μεταναστών εκείνες τις μέρες του 2015.
Παράλληλα, η πολιτική ορθότητα, αυτό το καρκίνωμα που διαβρώνει τη Δύση δεν επέτρεπε τα πράγματα να ειπωθούν ως είχαν, ούτε καν να υπάρξει η όποια διαμαρτυρία χωρίς να εξοντωθεί αυτός που θα την έκανε μέσω του cancel culture και της ρετσινιάς ότι ήταν ρατσιστής. Υπήρχαν αμέτρητοι ρατσιστές και εκεί βέβαια, αλλά οι περισσότεροι δεν ήταν τέτοιοι. Ήταν ο κόσμος που του στερήθηκε το δικαίωμα να διεκδικεί τα της δικής του κοινωνίας και ο οποίος τώρα οδεύει μαζικά προς την ακροδεξιά.
Δεν ήταν «παιδί» της Μέρκελ μόνο αυτή η γεμάτη τραγικά και ίσως ανεπανόρθωτα λάθη σύντομη περίοδος της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Ήταν όμως κυρίως παιδί της δικής της σχολής σκέψης και των δικών της πολιτικών οι οποίες γίνονταν μονίμως η απαρχή και το παράδειγμα για την υπόλοιπη Ευρώπη.
Σημειολογικά, η αυτοβιογραφία της με τίτλο «Ελευθερία», ίσως να δίνει την κατάλληλη τροφή για να σκεφτεί κανείς τα όρια της ελευθερίας του ενός, όταν εκ του αποτελέσματος αυτή φτάνει να απειλεί τις ελευθερίες ή τα δικαιώματα των άλλων.