Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews
Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι, μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης κατά του Βενιαμίν Νετανιάχου, από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, έσπευσαν και πάλι να βγάλουν απλοϊκά συμπεράσματα περί ηρωοποίησης ή αναλόγως περί καταποντισμού του Βενιαμίν Νετανιάχου στο πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ.
Οι πρώτοι ένιωσαν πως ο Βενιαμίν Νετανιάχου θα βγει ενισχυμένος από τη δίωξη, λόγω και της μαζικής κατακραυγής που ακολούθησε την ανακοίνωσή της, τόσο σε πολιτικό επίπεδο εντός του Ισραήλ όσο και σε επίπεδο κοινωνίας. Οι αντιδράσεις όμως δεν αφορούσαν τον Νετανιάχου, ούτε καν τον Γκάλαντ. Αφορούσαν τη βαθιά και ολοένα ενισχυόμενη πεποίθηση όλων των Ισραηλινών ότι το συγκεκριμένο Σώμα λειτουργεί με προκατάληψη. Και πως το κάνει, όχι μόνο εναντίον του Ισραήλ αλλά και των Εβραίων παγκοσμίως, όπως και τόσοι άλλοι πλέον, στο πλαίσιο μιας ακατανόητης και σίγουρα αδικαιολόγητης ρατσιστικής υστερίας, βασισμένης συχνά σε ανεπιβεβαίωτα, ψευδή και παραποιημένα στοιχεία των τρομοκρατών της Χαμάς και μόνο, κάτι που δεν συμβαίνει με καμία άλλη ομάδα ανθρώπων πέραν των Εβραίων. Αυτό είναι που ενοχλεί.
Και δυστυχώς, εν πολλοίς ισχύει, είτε μας αρέσει είτε όχι.
Όποιος όμως γνωρίζει καλά το Ισραήλ και τις ιδιαιτερότητες να το έχει κανείς για πατρίδα του, γνωρίζει πως η κατάσταση είναι τόσο έκρυθμη πάντοτε, είτε αυτό φαίνεται είτε όχι σε περιόδους ηρεμίας, που οι πολιτικές καριέρες οποιουδήποτε, αναλόγως και η πολιτική του επιβίωση, δεν αποτελούν ποτέ εθνικό θέμα, αλλά πρόβλημα ενός πυρήνα σκληρών οπαδών. Σε μια χώρα που ο μέσος γονιός μεγαλώνει το παιδί του γνωρίζοντας πως είναι πολλές οι πιθανότητες να προλάβει να ζήσει εκείνος το θάνατό του και όχι το αντίστροφο και αντίστοιχα να το αφήσει πολύ πρόωρα και ξαφνικά, ο κόσμος παρότι πολιτικοποιημένος όσο σε καμία άλλη ίσως χώρα, δεν έχει περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες.
Οι απέναντι, από την άλλη, αυτοί που προέβλεψαν και προβλέπουν το τέλος του Νετανιάχου, είναι περισσότερο προφήτες εκ του ασφαλούς. Ή θα μπορούσε να ήταν εάν το συμπέρασμα εξαγόταν από τα δεδομένα και όχι από την πιο πάνω λανθασμένη προέκτασή τους. Ο Νετανιάχου τελειώνει διότι τελειώνει η εποχή του, όχι διότι λ.χ. ένα Σώμα το οποίο 50 τόσες χώρες σταμάτησαν να το αναγνωρίζουν ή δεν το αναγνώρισαν ποτέ, ζητά τη σύλληψή του, ενθουσιάζοντας τη Χαμάς, το Ιράν και τον Ερντογάν!..
Μια δημοσκόπηση η οποία έγινε για λογαριασμό της εφημερίδας «Μααρίβ» στις 20 και 21 του μηνός κατά την ημέρα δηλαδή (21/11) κατά την οποία εκδόθηκαν τα εντάλματα σύλληψης από το ICC δείχνει πως η πολυσυζητημένη αυτή εξέλιξη άφησε μάλλον ανεπηρέαστο τον πολιτικό χάρτη στο Ισραήλ. Τα ποσοστά όσων θα ψήφιζαν το Λικούντ του Νετανιάχου εάν γίνονταν εκλογές μειώθηκαν, όχι θεαματικά ωστόσο, όπως επίσης αυξήθηκαν και τα ποσοστά όσων θα ψήφιζαν ένα νέο κόμμα υπό τον πρώην Πρωθυπουργό Ναφτάλι Μπένετ. Και πάλι όχι θεαματικά. Το νέο κόμμα Μπένετ θα λάμβανε 24 έδρες έναντι 21 του Λικούντ.
Η απλή λογική άλλωστε λέει πως τόσα χρόνια μετά οι Ισραηλινοί έχουν αποκρυσταλλωμένη άποψη για τον Νετανιάχου. Δεν περιμένει κανείς τις εξελίξεις για να αποφασίσει εάν του αρέσει ή όχι, όπως δεν τις περιμένει για να κρίνει εάν είναι προς όφελος της χώρας να παραμείνει εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου όπως εκείνος ξεκαθαρίζει. Αυτό είναι ίσως το μοναδικό σημείο στο οποίο η θέση του Νετανιάχου ίσως να ενισχύεται από την εντεινόμενη πολεμική, από την άλλη όμως, ελλείψει στοιχείων και μετρήσεων, δικαιούται και ίσως πρέπει κανείς να υποθέσει ότι ίσως να ισχύει και το αντίθετο. Ο Μπένετ ο οποίος δεν τα πήγε καθόλου κακά στην πεντάμηνη μόνο θητεία του στην πρωθυπουργία ή οποία και πάλι ως τέτοια δεν είναι ιδιαίτερα ενδεικτική, είναι σίγουρα ένα πρόσωπο καλύτερο για την εικόνα του Ισραήλ διεθνώς από έναν Νετανιάχου που καταζητείται. Γιατί ακόμα κι αν οι Ισραηλινοί είναι πεποισμένοι για το τι συμβαίνει έξω και τα κίνητρα, ο έξω κόσμος αυτή την περίοδο λίγα ξέρει και ακόμη λιγότερα θέλει να μάθει.
Αυτό που καθορίζει τις εξελίξεις στο Ισραήλ είναι η ουσία των πραγμάτων και όχι οι περιστάσεις. Κι αυτό είναι καλό να το έχει κανείς κατά νου εάν θέλει να καταλάβει αυτή τη χώρα καλύτερα. Μαζί και το τι έπεται.