Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews

Πριν από ένα δεκαπενθήμερο και μια εβδομάδα πριν τις εκλογές στις ΗΠΑ η δεύτερη μεγαλύτερη εφημερίδα του Ισραήλ, η «Γιεντιότ Αχρονότ» είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο το οποίο έλεγε πως το Ισραήλ και ο Λίβανος βρίσκονταν πολύ κοντά στη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός και πως η κάθοδος στο Ισραήλ και το Λίβανος των διαμεσολαβητών των ΗΠΑ Άμος Χόχστεϊν και Μπρετ ΜακΓκέρκ είχε να κάνει κυρίως με το κλείσιμο αυτής της συμφωνίας. 

Αυτό που είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση όμως, και το οποίο μάλλον όχι συμπτωματικά έγραψε την ίδια μέρα η επίσης πολύ καλά ενημερωμένη «Ασάρκ αλ-Αουσάτ», μια σαουδαραβική εφημερίδα με έδρα το Λονδίνο και με γνωστές διασυνδέσεις με το Παλάτι στη Ριάντ, ήταν πως η συμφωνία αυτή προνοούσε ότι το κομμάτι της επίβλεψης εφαρμογής της συμφωνίας από αραβικής πλευράς θα το αναλάμβανε η Μόσχα. 

Οι πανομοιότυπες πληροφορίες των δύο ΜΜΕ είχαν προκαλέσει αίσθηση τότε, όπως βέβαια και το γεγονός ότι κανένα μέρος, ούτε από την λιβανική ούτε από την ισραηλινή, ούτε βέβαια και από την αμερικανική πλευρά δεν σχολίασε τις πληροφορίες αυτές. Η συμφωνία που όλοι περίμεναν δεν ήρθε, το δε Μεσανατολικό πέρασε για λίγο σε δεύτερη μοίρα καθώς όλοι έστρεψαν το βλέμμα προς τις ΗΠΑ και τις Εκλογές εκεί. 

Ισραηλινή η επιδίωξη

Την εμπλοκή της Ρωσίας φαίνεται ότι επεδίωξε το ίδιο το Ισραήλ και πως η διαρροή τότε κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Ο λόγος ήταν απλός: το πλέον κρίσιμο θέμα για την τήρηση της όποιας συμφωνίας, επί της ουσίας την εφαρμογή του Ψηφίσματος 1701 του ΟΗΕ το οποίο παραβίασε η Χεζμπολάχ και το οποίο κυρίως προνοεί τον αφοπλισμό όλων των ενόπλων ομάδων και την απουσία κάθε στρατιωτικής παρουσίας πέραν του νόμιμου λιβανικού στρατού νοτίως του ποταμού Λιτάνι, περνούσε μέσα από τη Συρία. Πέρα από τα εργοστάσια παραγωγής οπλισμού στο συριακό έδαφος τα πλείστα από τα οποία βομβάρδισε ήδη το Ισραήλ ο όποιος ανεφοδιασμός της εξτρεμιστικής οργάνωσης γινόταν από το Ιράν μέσω του συριακού εδάφους. 

Το Ισραήλ ανέλαβε και πέτυχε -σε πολύ μεγάλο βαθμό- την εκκαθάριση των δυνάμεων της Χεζμπολάχ στο Λίβανο και την καταστροφή του οπλισμού της, όμως θεωρούσε και θεωρεί ότι ο επανεξοπλισμός της από Ιράν θα μπορούσε να γίνει σε κάποια φάση. Ο μοναδικός τρόπος για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, θα ήταν ο έλεγχος του συριακού εδάφους και η Ρωσία είναι η μοναδική χώρα που θα μπορούσε να το αναλάβει, πέρα από την Κίνα η οποία αυτή τη στιγμή επηρεάζει απόλυτα το καθεστώς Άσαντ αλλά δεν θέλει να εμπλακεί. Η Δαμασκός η οποία δεν αφέθηκε τυχαία εκτός των ισραηλινών επιθέσεων περιόρισε δραστικά τις κινήσεις των Φρουρών της Επανάστασης και της Χεζμπολάχ στο έδαφός της για να μην πληγεί καθοριστικά αλλά κανείς, πλην της Ρωσίας και της Κίνας, δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτό δεν θα αλλάξει κάποια στιγμή.

Το «εμπόδιο» Μπάιντεν

Η ρωσική ανάμιξη προσέκρουε, όμως, στην κυβέρνηση Μπάιντεν η οποία δεν την ευνοούσε καθώς γνώριζε ότι η Μόσχα θα ζητούσε ανταλλάγματα στην Ουκρανία και στη λύση που η ίδια, εις βάρος βέβαια των ουκρανικών και κατ’ επέκταση των ευρωπαϊκών συμφερόντων, επιδιώκει στο Ουκρανικό. Κι αυτό ακριβώς είναι που άλλαξε η εκλογή Τραμπ. Καθώς το παρασκήνιο αποκαλύπτεται, τα όσα προηγήθηκαν ξεκαθαρίζουν σιγά – σιγά, μαζί τους δε και πολλά από τα όσα ακολούθησαν με κυριότερη την αποκάλυψη ότι ο υπουργός Στρατηγικών Υποθέσεων του Ισραήλ Ρον Ντέρμερ ταξίδεψε μυστικά στη Μόσχα την περασμένη εβδομάδα  για συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση. 

Ο άνθρωπος – κλειδί

Η επιλογή Ντέρμερ κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Στην πενταετία Τραμπ, ο Ντέρμερ ήταν ο σύνδεσμος της Ιερουσαλήμ με το Λευκό Οίκο και χαίρει της πλήρους εμπιστοσύνης στη καινούργια διοίκηση των ΗΠΑ. Ο γεννημένος και μεγαλωμένος στις ΗΠΑ υπουργός του Ισραήλ ο οποίος αποποιήθηκε υποχρεωτικά την αμερικανική του υπηκοότητα προκειμένου να αναλάβει ως οικονομικός ακόλουθος στην Πρεσβεία του Ισραήλ στην Ουάσινγκτον (2005-2008) διατηρεί προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Γνωρίζει όσο λίγοι στο Ισραήλ πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις αφού συν τοις άλλοις το 2013 επέστρεψε στην Ουάσινγκτον και παρέμεινε για οκτώ χρόνια ως Πρέσβης του Ισραήλ εκεί, διατηρώντας τη θέση για το σύνολο της θητείας Τραμπ, παρόλο που και επί Μπαράκ Ομπάμα, μια σίγουρα όχι εύκολη περίοδο για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, είχε πετύχει πολλά σε όλα τα επίπεδα. Τόσο καλές είναι οι σχέσεις του με την Ουάσινγκτον που όταν ο ανέλαβε ως υπουργός στην κυβέρνηση Νετανιάχου είχαν αφεθεί σκιές για το εάν ο Ντέρμερ ήταν ελεγχόμενος μόνο από το Ισραήλ. 

Σ’ αυτό το νέο κλίμα, η συμφωνία για κατάπαυση του πυρός στο Λίβανο μοιάζει ολοένα και πιο πιθανή. Παραδόξως δε, ρεαλιστικά όσο και κυνικά, το ερώτημα εδώ δεν είναι τι έχει να χάσει η μία ή η άλλη πλευρά… αλλά η Ουκρανία.