Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews

Στην απαρίθμηση των αιτίων της απομάκρυνσης του κόσμου από τα ΜΜΕ εμείς οι δημοσιογράφοι παραλείπουμε, στις πλείστες των περιπτώσεων, έναν εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα: την υπερβολή.

Και ενώ εκ πρώτης όψεως ο παράγοντας αυτός, ως μια περισσότερο ακούσια από ότι εκούσια διάσταση, δεν είναι τόσο σοβαρός όσο τα πλείστα όσα για τα οποία εγκαλείται σήμερα ο κλάδος μας, αυτό που μάλλον παραβλέπουμε είναι πως σε σχέση με την απώλεια αναγνωστών, ακροατών αλλά και τηλεθεατών αυτός ο παράγοντας είναι από τους σοβαρότερους. Ίσως και ο σοβαρότερος ή έστω ο καθοριστικότερος.

Οι Αμερικανικές Εκλογές φέρνουν και πάλι μπροστά αυτό το ζήτημα. Από το πρωί η εσχατολογία δίνει και παίρνει στα Μέσα εδώ και άλλου, μέσα συχνά από αποτιμήσεις που ξεκινούν και καταλήγουν ενίοτε σε μπακαλίστικες εξισώσεις και σε επιχειρήματα πρώτου επιπέδου: ο Τραμπ είναι ακροδεξιός, κακό που μας βρήκε, έρχεται το τέλος.

Μπορούμε σίγουρα να συζητούμε σε αυτό το επίπεδο, το ερώτημα όμως είναι εάν θέλουμε και εάν πρέπει, δεδομένου ότι εμείς δεν κάνουμε το χόμπι μας, ούτε και διάλειμμα για καφέ παίζοντας με το κινητό. Έναντι της δουλειάς μας έχουμε και υποχρεώσεις, ατομικά όπως και συλλογικά.

Σίγουρα για τους πλείστους από εμάς ο Τραμπ δεν εκπροσωπεί αυτό στο οποίο πιστεύουμε – αν και προσωπικά εμένα και οι Δημοκρατικοί το εκπροσωπούσαν ολοένα και λιγότερο τα τελευταία χρόνια – όμως, δεν μπορεί να μας κυριεύει ο πανικός και να μας οδηγεί να αγνοούμε τα βασικά έστω.

Με κυριότερο ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι πρώτον, πολυεπίπεδη και πολύπλοκη και δεύτερον, ότι μια τέτοια χώρα με αυτά τα μεγέθη, μια υπερδύναμη, δεν αλλάζει ούτε και χαράζει πολιτική σε μια νύχτα επειδή άλλαξε ο Πρόεδρός. Και ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για να το καταλάβει κανείς αυτό να είναι το Ισραήλ και η σχέση του με την Ουάσινγκτον. 

Την ώρα που ο Τύπος εστίαζε στις συγκρούσεις και στις μπηχτές, κάποτε δεν ήταν καν μπηχτές, που αντάλλαζαν ο Νετανιάχου με τον Μπάιντεν καταλήγοντας έτσι μέσω της ημερήσιας πληροφορίας, αυτής του ρεπορτάζ, στο συμπέρασμα των προβληματικών σχέσεων ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Ιερουσαλήμ, μια πιο ψύχραιμη παρατήρηση έλεγε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Πως πίσω από τα λόγια, η στήριξη του Λευκού Οίκου στο Ισραήλ δεν διέφερε ιδιαίτερα από άλλες εποχές. Έως και καθόλου. Ο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί πάλευαν να κερδίσουν μια δύσκολη εκλογική διαδικασία, κρίσιμο ρόλο στην οποία έπαιζε πρώτον, η ευρύτερη φιλοσοφία του δικού τους κόμματος και των δικών του ψηφοφόρων την οποία δεν θα μπορούσαν να την εφαρμόσουν με τον ακραίο τρόπο που υποδείκνυε ο Τραμπ και δεύτερον η αριστερή ως και ακροαριστερή πτέρυγα τους. Οι ισορροπίες ήταν λεπτές και πολύ δύσκολες.

Και με αυτό ως δεδομένο, οι συγκρούσεις που είχαμε δει ήταν περισσότερο συγκρούσεις εντυπώσεων. Σαφώς και δεν είναι η ίδια η πολιτική των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών στο Μεσανατολικό και στα πλείστα των ζητημάτων. Όμως η φιλοσοφία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ δεν βασίζεται στο πώς ξυπνά ένας Πρόεδρος. Είναι αποτέλεσμα σχεδιασμών χρόνια πριν αλλά και μεγάλων διεργασιών στα αρμόδια Σώματα του Κογκρέσου. Από όποια αφετηρία και εάν ξεκινά κανείς, όποια και εάν είναι η ρητορική ή τα παιγνίδια των εντυπώσεων για το εσωκομματικό ή άλλο κοινό η κατάληξη είναι η ίδια. 

Οι ΗΠΑ στήριξαν και στηρίζουν το Ισραήλ απόλυτα και κανείς, πραγματικά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το πούλησαν τον τελευταίο χρόνο ή ότι ο Τραμπ θα είχε κάνει κάτι άλλο. 

Ενδεικτικό είναι το ζήτημα λ.χ. της μεταφοράς της αμερικανικής Πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ το 2018. Ο Τύπος διεθνώς προεξοφλούσε ότι -όπως αμέτρητα άλλα… εσχατολογικά σενάρια- η κίνηση θα είχε οδηγήσει τη Μέση Ανατολή σε ευρεία ανάφλεξη. Έσβησε με κάτι διαδηλώσεις ήσσονος σημασίας και στις ΗΠΑ με το μποϊκοτάζ κάποιων Δημοκρατικών σε δεξιώσεις των ισραηλινών διπλωματικών αποστολών τον πρώτο χρόνο. Όταν ούτε δύο χρόνια μετά, πριν τις αμερικανικές Εκλογές ο ιστότοπος Axios είχε ρωτήσει την ηγεσία των Δημοκρατικών εάν η Πρεσβεία έπρεπε να επιστρέψει για να κλείσει το ζήτημα, όλοι ανεξαιρέτως και ο Μπάιντεν είπαν κατηγορηματικά όχι. 

Το τι λένε οι πολιτικοί μπροστά στις κάμερες προσπαθώντας να κρατήσουν ο καθένας τις ισορροπίες που χρειάζεται, ξέρουμε ότι δεν αποτυπώνει, ειδικά σε τόσο σοβαρά κράτη το τι παρασκηνιακά συμβαίνει. Είναι απλά η πολιτική. Ή καλύτερα αυτό είναι η πολιτική.

Προτιμότερο λοιπόν και ο Τύπος να κρατά την ουσία, αντί να τρομάζει με προφητείες που δεν επαληθεύονται και στο τέλος να πληρώνει ο ίδιος -και έτσι πρέπει… – το λογαριασμό και τη ζημιά.