Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews.

Με ενδιαφέρον έως και ανησυχία, αναλόγως των περιστάσεων, το Ισραήλ και ο υπόλοιπος πλανήτης ανέμεναν χθες την έκβαση της τηλεφωνικής συνομιλίας Μπάιντεν – Νετανιάχου. 

Ειδικά για τους Ισραηλινούς το ερώτημα δεν ήταν εάν αλλά πόσο θα βοηθήσει τελικά το Ισραήλ η Ουάσινγκτον, καθώς εκείνοι, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ ακόμα κι αν εξ ανάγκης αποτραβήχτηκαν κάπως από την περιοχή, με τίποτα δεν θα επέτρεπαν την καταστροφή του Ισραήλ ακόμα και στην σίγουρα όχι καλύτερη για τις σχέσεις των δύο χωρών περίοδο της Προεδρίας Μπάιντεν.

Όσοι σπεύδουν να αποδώσουν ασυγχώρητα απλοϊκά τη νέα σύγκρουση στο χαρακτήρα και τις θέσεις του Βενιαμίν Νετανιάχου, μάλλον αγνοούν τα βασικά της Ιστορίας των σχέσεων ΗΠΑ και Ισραήλ. Ακόμα και το ζήτημα της ενόχλησης Μπάιντεν και των απανωτών διαρροών Αμερικανών αξιωματούχων για τον «ψεύτη Νετανιάχου» ο οποίος άλλα λέει και άλλα κάνει, κάθε άλλο παρά καινούργιο στοιχείο είναι. Το συναντά κανείς διαχρονικά και από την ίδρυση του Ισραήλ σε περιόδους διακυβέρνησης των Δημοκρατικών και όχι μόνο. 

Χαρακτηριστικότερο και παρόμοιο θεματικά από μια άποψη με το σήμερα είναι το παράδειγμα της σύγκρουσης του Τζον Φ. Κένεντι με τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ το 1963. Ήταν μάλιστα, πολύ πιο έντονη από αυτήν του Νετανιάχου με τον Μπάιντεν.

Υπήρξαν πολλές στιγμές κατά τις οποίες οι επιδιώξεις και τα συμφέροντα των δύο χωρών διέγραφαν διαφορετικές ή και συγκρουσιακές πορείες. Και σε εκείνες τις στιγμές, το Ισραήλ πάντοτε χρειαζόταν να αποκρύβει πράγματα από τους Αμερικανούς προσπαθώντας να διατηρήσει τη στήριξή τους αλλά και την ίδια ώρα να κάνει κινήσεις τις οποίες έκρινε κρίσιμες για την επιβίωσή του. Μια τέτοια είναι και το χτύπημα στα πυρηνικά του Ιράν σήμερα. 

Δεν είναι μυστικό ότι σε αυτό το ζήτημα τις θέσεις των δύο χωρών ή πιο σωστά των δύο κυβερνήσεων, διότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μια διαμετρικά αντίθετη θέση από εκείνη του Τζο Μπάιντεν και των Δημοκρατικών, τις χωρίζει χάος. Η τακτική της προσπάθειας για την όποια συνεννόηση με το καθεστώς του Ιράν θεωρείται από την Ιερουσαλήμ κόκκινο πανί αλλά και φοβερά επικίνδυνη προσέγγιση για τα συμφέροντα του ίδιου του Ισραήλ το οποίο χρεώνει σοβαρότατες ευθύνες στην κυβέρνηση Μπάιντεν για τη στάση της έναντι της Τεχεράνης και την πρόοδο που έχει καταγράψει το καθεστώς στην προσπάθειά του να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. 

Μια εξέλιξη η οποία θα έθετε το Ισραήλ σε άμεσο πλέον υπαρξιακό κίνδυνο αλλά και τη Μέση Ανατολή υπό την ηγεμονία του Ιράν και του υπόλοιπου σκοτεινού Άξονα με τραγικές συνέπειες. 

Όταν προ ημερών ο επικεφαλής της CIA ομολογούσε ότι το Ιράν θα μπορούσε να φτάσει στο καθοριστικό πρώτο σημείο εκείνης της εξέλιξης σε μια εβδομάδα, προσπαθώντας να καθησυχάσει ανεπιτυχώς ειδικά το Ισραήλ ότι εάν το Ιράν κάνει την κίνηση οι ΗΠΑ θα το ξέρουν εγκαίρως, το εβραϊκό κράτος έκρινε ότι τα όποια περιθώρια εξέλιπαν οριστικά. 

Η κυβέρνηση Νετανιάχου η οποία, love it or hate it όπως θα έλεγαν οι Αμερικανοί, αψήφησε τον κόσμο ολόκληρο και την ίδια την αντιπολίτευση στο Ισραήλ, μπαίνοντας στη Ράφα, κρατώντας τον διάδρομο Νετζερίμ και το διάδρομο Φιλαδέλφεια, εξουδετερώνοντας ταπεινωτικά για το καθεστώς του μουλάδων του Ιράν μέσα στην Τεχεράνη τον αρχηγό της Χαμάς μετά που εξόντωσε όλη σχεδόν την ηγεσία της, κάνοντας το ίδιο με την ηγεσία της Χεζμπολάχ και τη δομή της με το θεαματικό εκείνο χτύπημα των βομβητών και εξοντώνοντας, εν αγνοία από ό,τι φαίνεται, των ΗΠΑ τον αρχηγό της Νασράλα ο οποίος λίγο ενωρίτερα και αφού είχε απειλήσει και την Κύπρο κόμπαζε ότι θα διαλύσει το Ισραήλ, νιώθει πως έχει δικαιωθεί. 

Κάτι που όσο κι αν σηκώνει μεγάλη συζήτηση, δεν αναιρεί ένα βασικό γεγονός ως επιχείρημα: Ότι εάν το Ισραήλ είχε υποχωρήσει σε κάποιο από όλα αυτά, θα ήταν σήμερα πολύ πιο αδύναμο και σίγουρα δεν θα είχε τα πλεονεκτήματα που έχει, έχοντας διαλύσει τη Χαμάς και πλήξει σε μεγάλο βαθμό τη Χεζμπολάχ ανατρέποντας τις ισορροπίες που υπήρχαν πέρυσι τέτοια εποχή και οι οποίες απειλούσαν άμεσα το Ισραήλ.

Η αντίληψη και η γραμμή αυτή λέει, λοιπόν, πως η ευκαιρία που παρουσιάζεται για να απαλλαγεί η περιοχή από το απόστημα του ιρανικού καθεστώτος και των proxies του αλλά και όσων άλλων στον Άξονα τους χρησιμοποιούν για να ελέγχουν την περιοχή μέσω της αποσταθεροποίησής της, είναι μοναδική.

Για να το καταλάβει κανείς, αρκεί να σκεφτεί πώς θα μοιάζει αυτή η περιοχή μετά από μία ανατροπή του αιμοσταγούς εκείνου καθεστώτος αλλά και την οριστική σύναψη σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, για την αποτροπή της οποίας άλλωστε έγινε και η 7η Οκτωβρίου. 

Για αυτό άλλωστε, οι ΗΠΑ δείχνουν να πείθονται και να πείθουν αρχικά και τους Σαουδάραβες για την ευκαιρία να χτυπηθεί το ιρανικό κακό στη ρίζα του. 

Αυτό που κανείς δεν μπορεί να πει αυτή τη στιγμή είναι ποιο μπορεί να είναι το τίμημα μέχρι να φτάσει η περιοχή σ’ αυτόν τον στόχο. Ίσως να είναι μικρό, ίσως  μεγάλο, ίσως και τεράστιο. 

Και σίγουρα, το «πάμε και βλέπουμε», δεν μπορεί να είναι εγγύηση για τους υπόλοιπους στην περιοχή οι οποίοι δεν νιώθουν ότι απειλούνται άμεσα και, το σημαντικότερο, δεν έχουν καν ερωτηθεί εάν είναι έτοιμοι να πάρουν αυτό το ρίσκο. Ούτε και πρόκειται βεβαίως.