Ο δημοσιογράφος Κωστής Κωνσταντίνου, από την πρώτη γραμμή των γεγονότων, παρακολουθεί, καταγράφει και αναλύει όλες τις εξελίξεις για το philenews

Αυτή τη στιγμή, τα πράγματα είναι πιο εύκολα αλλά και πιο δύσκολα από ποτέ. 

Οι τελευταίες μέρες και το γεγονός ότι το Ισραήλ, πιάνοντας τη Χεζμπολάχ στον ύπνο, εξουδετέρωσε σε μερικά εικοσιτετράωρα σχεδόν ολόκληρη την ηγεσία της οργάνωσης και κατέστρεψε πολύ μεγάλο μέρος των υποδομών της, άλλαξε άρδην το σκηνικό στο Βόρειο Μέτωπο του πολέμου και έδωσε στο Ισραήλ ένα στρατηγικό πλεονέκτημα το οποίο κανείς δεν φανταζόταν πριν από δέκα ημέρες.

Ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησε και ένα δίλημμα το οποίο διχάζει εκ νέου την ισραηλινή κοινωνία αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις εδώ στο Ισραήλ: Τι πρέπει να κάνει η χώρα; Να αδράξει την ευκαιρία και να επιχειρήσει να αποτελειώσει τη Χεζμπολάχ, αγνοώντας την πρόσθετη ζημιά που θα προκαλέσει -και θα του προκαλέσουν- στην εικόνα του ή να ακολουθήσει το δρόμο του διαλόγου μέσα από μια εκεχειρία τριών εβδομάδων όπως πιέζεται πανταχόθεν να κάνει;

Η στρατιωτική λογική μάλλον εισηγείται το πρώτο. Η πολιτική λογική, αντιτάσσει πως, όσο κι αν δεν θα έπρεπε, οι ανθρώπινες απώλειες έχουν πολλαπλάσια αξία αλλά και κόστος σε επίπεδο επικοινωνιακό όταν προκαλούνται από το Ισραήλ. Η Ρωσία του Πούτιν λ.χ. μπορεί να σκοτώνει αδιάκριτα στην Ουκρανία ή να ισοπεδώνει τη Συρία του Άσαντ, τις περιοχές όσων δεν τον θέλουν τουλάχιστον, χωρίς το ευαίσθητο αυτί όσων συνήθως φωνάζουν να ιδρώνει, το ίδιο και πολλοί άλλοι. 

‘Οχι όμως το Ισραήλ. 

Παράλληλα και τα δύο «είδη» λογικής δεν μπορούν να αποφύγουν το αυτονόητο: την πραγματικότητα επί του εδάφους. Προς το παρόν το Ισραήλ χτυπά περιοχές των σιιτών και συνεπώς της Χεζμπολάχ, όμως ηλίου φαεινότερον είναι πως εάν ξεσπάσει ένας γενικευμένος και, ακόμη χειρότερα, περιφερειακός πόλεμος, δεν θα υπάρχουν περιορισμοί ή δεύτερες σκέψεις ως προς το πού θα χτυπούν τα εμπλεκόμενα μέρη. Άλλωστε, και στις αμιγώς σιιτικές περιοχές υπάρχουν και κοινότητες άλλων, οι δε συνέπειες θα είναι καταστροφικές και για άλλες χώρες πέρα από το Ισραήλ και το Λίβανο. Με πρώτη την Ιορδανία την οποία το Ιράν προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει εδώ και καιρό και η οποία είναι κρίσιμη και για την ασφάλεια του Ισραήλ. 

Τότε, λοιπόν, δεν θα υπάρχει επιστροφή στις σημερινές προτάσεις εκεχειρίας. Και το Ισραήλ δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει πως κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, ούτε και να το σταματήσει ή να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων.

Ακόμη κι αν το Ιράν δεν εμπλακεί άμεσα -που ούτε αυτό το γνωρίζει κανείς- και επιλέξει τα δικά του συμφέροντα, τη διατήρηση των γεφυρών με τη Δύση και την ελπίδα για σταδιακή άρση κάποιων κυρώσεων με στόχο να διαχειριστεί το καθεστώς τον αναβρασμό που υπάρχει στην κοινωνία λόγω της οικονομίας και όχι μόνο αυτής, θα ήταν αφέλεια να νομίζει κανείς ότι το Ιράν θα αφήσει έτσι απλά τα όσα εδώ και δύο δεκαετίες επένδυε στην αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής για να αυξάνει τον έλεγχό του σ’ αυτήν. Άλλωστε, πίσω απ’ όλα όσα συμβαίνουν σήμερα, το Ιράν είναι που βρίσκεται. 

Ακόμα και οι σφαγές της 7ης Οκτωβρίου εκεί σχεδιάστηκαν.

Με όλα αυτά λοιπόν, ακόμα κι αν ήδη τα πράγματα δείχνουν ότι η κυβέρνηση του Ισραήλ θα προχωρήσει πολεμικά, το δίλημμα παραμένει. Γιατί; Στην λογική ότι δείχνοντας με ένα ακόμα μπαράζ επιθέσεων ότι ετοιμάζεται να μπει και χερσαία στο νότιο Λίβανο, θα εξασφαλίσει αφού καταστρέψει περαιτέρω τις βάσεις της Χεζμπολάχ, ένα ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση από αυτό που της έδωσε η κινηματογραφική επίθεση με τους βομβητές και όσα ακολούθησαν. 

Είναι όμως ένα ρίσκο. Ένα ρίσκο μάλιστα πολύ μεγάλο κάθε μέρα που περνάει. Ένα ρίσκο για το οποίο η ισραηλινή κοινωνία, όσο κι αν καταλαβαίνει καλύτερα από όλους την ανάγκη απαλλαγής από τον τρόμο της Χεζμπολάχ και τη βαριά ανάσα των μουλάδων της Τεχεράνης, δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή της.