Η Γαλλία έχει αποφύγει τους δύο κινδύνους μιας κυβέρνησης υπό την ηγεσία του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού (RN) της Μαρίν Λεπέν και της απόλυτης πλειοψηφίας για την ενωμένη Αριστερά με τα μη βιώσιμα οικονομικά σχέδιά της για τις δαπάνες, σημειώνει η Berenberg. Ενώνοντας τις δυνάμεις τους ενάντια στο RN στις περισσότερες εκλογικές περιφέρειες, η ενωμένη αριστερά και οι κεντρώοι του Μακρόν κέρδισαν το RN, ωθώντας το στην τρίτη θέση στον δεύτερο γύρο των κοινοβουλευτικών εκλογών.

Ωστόσο, το ότι η αριστερά έχει γίνει η ισχυρότερη ομάδα στο κοινοβούλιο εγείρει σοβαρές ανησυχίες, τονίζει η Berenberg. Η Γαλλία οδεύει προς μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας και – πιθανότατα – σε δημοσιονομικά προβλήματα και κάποια ανατροπή των μεταρρυθμίσεων υπέρ της ανάπτυξης του προέδρου Μακρόν. Σε σχέση με την κατάσταση πριν ο Μακρόν προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, αυτό παραμένει ένα σαφές αρνητικό. Από τη θετική πλευρά, το απροσδόκητα αδύναμο αποτέλεσμα για το RN έρχεται ως ανακούφιση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και για την Ουκρανία.

Οι πολιτικές δυνάμεις που ενώθηκαν για να αποτρέψουν μια κυβέρνηση RN έχουν λίγα κοινά. Οι απόψεις τους για τη μετανάστευση, τα κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα, τη δημοσιονομική πολιτική και την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις υπέρ της ανάπτυξης είναι διαμετρικά αντίθετες. Ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολος. Οι καιροί είναι δύσκολοι, τα συναισθήματα είναι στα ύψη – και η Γαλλία δεν έχει παράδοση να δημιουργεί συνασπισμούς μεταξύ κομμάτων πολύ διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, επισημαίνει η Berenberg.

Αν και η άκρα αριστερά είναι μόνο ένα μέρος της ενωμένης αριστεράς, ο ηγέτης της Ζαν-Λικ Μελανσόν υποσχέθηκε αμέσως να εφαρμόσει πλήρως την αριστερή ατζέντα. Αυτό φαίνεται απίθανο. Ενώ οι κεντρώοι έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες σε σχέση με τις εκλογές του 2022 καθώς οι ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από τον Μακρόν, η αριστερά με 185 έδρες παραμένει πολύ μακριά από την πλειοψηφία των 289 εδρών. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια ισχυρή εντολή για μια ριζοσπαστική δημοσιονομική ατζέντα.

Κατά την Berenberg, το λιγότερο κακό αποτέλεσμα θα ήταν μια σταθερή κυβέρνηση υπό την ηγεσία της μετριοπαθούς αριστεράς και την υποστήριξη των κεντρώων και, πιθανώς, των κεντροδεξιών Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, ούτε αυτό φαίνεται πιθανό. Τα ισχυρά αποτέλεσματα στην κάλπη για την ενωμένη αριστερά στο σύνολό της καθιστά δύσκολο για τη μετριοπαθή αριστερά να σπάσει τις τάξεις με τη ριζοσπαστική αριστερά και να “ακυρώσει” τα πιο ακριβά μέρη του δημοσιονομικού προγράμματος της ενωμένης αριστεράς.

“Δεν θα εκπλαγούμε εάν η Γαλλία καταλήξει σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας υπό έναν κεντροαριστερό πρωθυπουργό που είναι αποδεκτός από τους κεντρώους με την έννοια ότι οι κεντρώοι δεν θα βοηθούν στο να “πέσει”, έπειτα από μία ψήφο δυσπιστίας”, σημειώνει η Berenberg. Εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, όπως προσθέτει, μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία της αριστεράς να ενώσει τις δυνάμεις της με το RN περιστασιακά για ορισμένες επιζήμιες πολιτικές φορολογίας και δαπανών και ανατροπές μεταρρυθμίσεων, πιθανώς θεσπίζοντας τέτοιες αλλαγές με διάταγμα με την υπόθεση ότι το RN δεν θα τις καταψηφίσει και δεν θα προσπαθούσε να ρίξει μια κυβέρνηση με ψήφους δυσπιστίας για τέτοια θέματα.

Το τέλος των μεταρρυθμίσεων υπέρ της ανάπτυξης

Ένα “hung” κοινοβούλιο, χωρίς πλειοψηφία για την ενωμένη αριστερά, την ακροδεξιά ή το κέντρο ήταν το πιο πιθανό και λιγότερο αρνητικό σενάριο από τότε που ο Μακρόν προκήρυξε πρόωρες εκλογές στις 9 Ιουνίου, σημειώνει η Berenberg. Παρόλο που οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν έδωσαν πλειοψηφία ούτε στο RN ούτε στη σπάταλη αριστερά, το εκλογικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να είναι αρνητικό για τη Γαλλία από δύο σημαντικές απόψεις.

Πρώτον, σηματοδοτεί το τέλος των μεταρρυθμίσεων υπέρ της ανάπτυξης του Μακρόν. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι κεντρώοι θα πρέπει να δεχτούν κάποιες ανατροπές μεταρρυθμίσεων (π.χ. μια πιθανή χαλάρωση της κρίσιμης μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος του Μακρόν) και πιθανώς προοδευτικές αυξήσεις φόρων που απαιτούνται από την αριστερά προκειμένου να εγκριθεί ένας προϋπολογισμός.

Δεύτερον, απειλεί να επιδεινώσει τα δημοσιονομικά προβλήματα της Γαλλίας. Μετά από ένα έλλειμμα 5,5% του ΑΕΠ πέρυσι και ένα παρόμοιο έλλειμμα φέτος, ελλείψει διορθωτικών μέτρων, η Γαλλία θα δυσκολευτεί να εγκρίνει έναν προϋπολογισμό του 2025 που συμμορφώνεται με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος διορίζει τον πρωθυπουργό. Όμως, καθώς ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του μπορούν να ανατραπούν με ψήφους δυσπιστίας, το κοινοβούλιο έχει τον τελευταίο λόγο για το ποιος διευθύνει τις εσωτερικές και οικονομικές υποθέσεις της χώρας. Μετά τις απώλειες για το δικό του κόμμα και την απογοήτευση πολλών μελών του κόμματος σχετικά με την απόφασή του να προκηρύξει πρόωρες εκλογές αρχικά, ο Μακρόν πιθανότατα δεν θα είναι στη θέση του οδηγού στην αναζήτηση μιας νέας κυβέρνησης. Ίσως χρειαστεί να αποδεχθεί οτιδήποτε προτείνει μια πιθανή διακομματική συμφωνία στο κοινοβούλιο. Το νέο κοινοβούλιο πιθανότατα θα συγκληθεί στις 18 Ιουλίου. Μπορεί έτσι να πάρει λίγο χρόνο για να σταθμίσουν τις επιλογές τους τα διάφορα κόμματα και ο Μακρόν.

Μακροπρόθεσμα, οι μερικές ανατροπές των μεταρρυθμίσεων και η λιγότερο ευνοϊκή επενδυτική ψυχολογία προς τη Γαλλία πλέον, θα μειώσουν την τάση ανάπτυξης και θα αυξήσουν τον πληθωρισμό στη χώρα, προειδοποιεί η Berenberg.

Σε συνδυασμό με τις πιθανές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, αυτό θα αύξανε το κόστος χρηματοδότησης και θα επιδείνωνε τα δημοσιονομικά δεινά της Γαλλίας με την πάροδο του χρόνου.
“Διατηρούμε την άποψή μας ότι, με βάση τα θεμελιώδη, οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων δεν θα είναι χαμηλότερες από εκείνες των ομολόγων της Ισπανίας”, τονίζει.

Για την Ευρώπη, το γεγονός ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι απέρριψαν μια κυβέρνηση του RN έρχεται ως ανακούφιση. Παρόλο που η Γαλλία θα δυσκολευτεί να συμμορφωθεί με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, η Γαλλία πιθανότατα θα είναι πιο συνεργάσιμη από ό,τι θα ήταν υπό μια κυβέρνηση RN.

Capital.gr