«Έγινε μεγάλο κακό κάτω στα αβκορίτικα τα μέρη. Πνίγηκαν οι γιοι του Σπύρου Περίανδρου και μαζεύτηκαν χιλιάδες στο χωριό για να τους αποχαιρετήσουν την ημέρα της κηδείας. Και κλαίγαν και δικοί και ξένοι τα δυο παλληκάρια που ήταν κακότυχα. Εθάψαν τους μαζί και έδωσε ο παπάς τους εντολή, τον τάφο τους να μην τον ανοίξει ποτέ κανένας. Να είναι θαμμένοι πάντα μόνοι τους και αγαπημένοι. Όπως ήταν και στη ζωή. Και δεν έφτανε τούτο το κακό μετά που λίγα χρόνια, σκοτώθηκε και ο παπάς τους σε τροχαίο. Και έμειναν πίσω η χήρα μάνα των μωρών και τα τρία αδέλφια, ορφανά». Η περιγραφή συγκλονιστική. Αρκετή για να μας ωθήσει να ανασκαλίσουμε την τραγική ιστορία. Να εντοπίσουμε τους πρωταγωνιστές και τα γεγονότα που συνοδεύονται από αβάστακτο πόνο.
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 32 χρόνια (σήμερα τελείται το 32ο μνημόσυνό τους) από το χειρότερο Σάββατο που ξημέρωσε για την κοινότητα Αυγόρου, μετά το 1974. Ήταν το Σάββατο 31 Ιουλίου 1988 όταν σε μια πολύ μεγάλη και βαθιά υδατοδεξαμενή, κοντά στον συνοικισμό Αυγόρου, πνίγηκαν οι δυο γιοι του Σπύρου Περίανδρου. Η μέρα που η Κύπρος συγκλονισμένη έμαθε για τις δραματικές ώρες που έζησε η κοινότητα Αυγόρου, εκείνο το απόγευμα και μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 1ης Αυγούστου, που εντοπίστηκαν πλέον οι σοροί τους και μαθεύτηκε η τραγωδία. Όταν ο Θεοχάρης (Χάρης) 17 ετών και ο Περίανδρος, 16 ετών, ανασύρθηκαν από βατραχάνθρωπους του Βρετανικού Στρατού, από τα νερά και τη λάσπη της υδατοδεξαμενής στο Αυγόρου, η οποία υπάρχει και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα.
Για την ασύλληπτη τραγωδία, που δεν ξεχάστηκε ποτέ στην Αυγόρου, μίλησαν στον «Φ» οι αδελφές των δυο νέων, Χριστούλλα και Δώρα, καθώς και ο κ. Αντρέας Χρήστακκας, ο άνθρωπος που συνέβαλε με την παρατηρικότητά του καθοριστικά στον εντοπισμό των άψυχων σωμάτων τους στον πάτο της δεξαμενής.
Εκείνο το μαύρο απόγευμα, σύμφωνα με τη Χριστούλλα και τη Δώρα, οι αδελφοί τους ξεμάντρισαν νωρίς το απόγευμα, αλλά δεν επέστρεψαν από τον κάμπο μέχρι το σούρουπο, πράγμα ασυνήθιστο. Οι ανησυχίες του πατέρα τους Σπύρου, άρχισαν να εντείνονται όταν ένας συγχωριανός του, του είπε ότι το κοπάδι που πρόσεχαν οι γιοι του, μπήκε αφύλακτο στο χωράφι του και έφαγε από τα φυτά που υπήρχαν μέσα. Από τις 4 και ο κ. Χρίστακκας, παλιός φίλος της οικογένειας και άλλοι Αυγορίτες, άρχισαν να οργώνουν τον κάμπο στην περιοχή όπου συνήθιζαν να ξεμαντρίζουν τα δυο αδέλφια το κοπάδι. Κοίταζαν σε πηγάδια και δεξαμενές. Και όσο περνούσε η ώρα, αυξανόταν και η ανησυχία ότι ίσως κάτι κακό να είχε συμβεί. «Πάντα έρχονταν στο σπίτι πριν νυχτώσει. Μας έτρωγε η αγωνία γιατί εκείνη τη μέρα δεν φάνηκαν σπίτι. Πού ήταν;», θυμάται η Δώρα.
Η ώρα περνούσε, είχε σουρουπώσει. Μια δεξαμενή κοντά στο χωράφι που είχε θεαθεί αφύλακτο το κοπάδι, κινούσε υποψίες, ότι μπορεί να έκρυβε κάτι, ένα μυστικό. Επειδή ήταν πλέον βράδυ, κλήθηκαν βατραχάνθρωποι του βρετανικού στρατού, οι οποίοι με τη χρήση προβολέων βούτηξαν μέσα. Αλλά δεν βρήκαν κάτι και εξήλθαν. Ήταν περασμένη η ώρα και η αγωνία στο Αυγόρου για τον Χάρη και τον Περίανδρο κορυφωνόταν.
O Χρίστακκας εντόπισε το τζόκεϊ του Περίανδρου
Παρά το προχωρημένο της ώρας, θυμάται ο κ. Χρίστακκας, αποφάσισε με ένα φίλο του, να πάνε ξανά στη δεξαμενή όπου κοντά είχαν μπει τα ζώα του κοπαδιού σε ένα χωράφι. Ασχέτως αν είχαν βουτήξει οι βατραχάνθρωποι και δεν βρήκαν κάτι. Ενώ κοίταζε αφηρημένα τα νερά της δεξαμενής στα σκοτεινά, πρόσεξε ένα καπελάκι (τζόκεϊ) και αφού κατάφερε να το ανασύρει από το νερό, εκείνο του μίλησε με τον τρόπο του. Εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου 31 Ιουλίου 1988, ο Χρίστακκας βρισκόταν στο σπίτι της οικογένειας και αστειευόμενος με τον Περίανδρο, κάποια στιγμή, προκάλεσε με τον αναπτήρα του ένα μικρό κάψιμο στο καπελάκι του Περίανδρου. Ένα μικρό κόκκινο καπελάκι που φορούσε. Ένα κάψιμο σαν αυτό που υπήρχε στο καπελάκι που τράβηξε από τη δεξαμενή. Με τρόπο σχολαστικό. Πολύ προσεκτικά, άρχισαν να παρατηρούν εκ νέου τα νερά της μεγάλης δεξαμενής άρδευσης, ασχέτως αν είχαν βουτήξει πριν οι Βρετανοί. Κάποια στιγμή, ο Αντρέας Χρίστακκας, σε μια από τις γωνιές της δεξαμενής εντόπισε τις σορούς των δυο αδελφών. Αμέσως πήγαν στον Διοικητή της Αστυνομίας των Βάσεων και αυτός μετακάλεσε τους βατραχάνθρωπους του βρετανικού στρατού. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, με τη χρήση προβολέων, οι σοροί του Θεοχάρη και του Περίανδρου ανασύρθηκαν από τα θολωμένα νερά της δεξαμενής και το χαρακτηριστικό ιδίωμα που έχει το μοιρολόι στα Κοκκινοχώρια, ακούστηκε από άκρη σε άκρη στο Αυγόρου. Ο Θεοχάρης και ο Περίανδρος είχαν πνιγεί.
Τα ευρήματα της τραγωδίας
Σύμφωνα με τις αδελφές των δυο νέων, εικάζεται ότι κάποια στιγμή τα πρόβατα είχαν πλησιάσει στην όχι επαρκώς περιφραγμένη τότε δεξαμενή και κάποιος από τους δυο, στην προσπάθειά του να τα απομακρύνει, γλίστρησε και έπεσε μέσα. Στην προσπάθειά του ο αδελφός να τραβήξει αυτόν που έπεσε μέσα και πάλευε να απαγκιστρωθεί από τη λάσπη, έπεσε και ο ίδιος. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ανέφεραν οι αδελφές των δυο παιδιών, κάποιοι άκουσαν εκείνο το απόγευμα μια σφυριά. Εικάζεται ότι το παιδί που ήταν απέξω από τη δεξαμενή, σφύριξε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καλέσει βοήθεια. Δυστυχώς, όμως, κανένας δεν αντιλήφθηκε. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος, η λάσπη στον πάτο της βαθιάς δεξαμενής και το γλιστερό νάιλον στις όχθες της, αποδείχθηκαν παγίδες που τράβηξαν σε φρικτό θάνατο τα δυο παιδιά. Όταν τα ανέσυραν τα πρόσωπα και τα χέρια τους ήταν γεμάτα γδαρσίματα. Εκτιμάται ότι προκλήθηκαν στην απέλπιδα πάλη τους, να αρπακτούν ο ένας από τον άλλο και να βγουν από τον πάτο της δεξαμενής όπου κόλλησαν. Δεν τα κατέφεραν όμως.
Η κηδεία των δυο αδελφιών έγινε τη Δευτέρα 2 Αυγούστου 1988. Ήταν η μέρα που πλημμύρισε το Αυγόρου από χιλιάδες κόσμο. Γυναίκες από όλα τα Κοκκινοχώρια μοιρολόγησαν για ώρες τα δυο παλληκάρια και έκλαψαν μικροί και μεγάλοι, μαρτυρούν τα αδέλφια των νεκρών παιδιών, ενώ όλα τα ΜΜΕ στην Κύπρο εκείνη την εποχή, κάλυψαν εκτενώς την ανείπωτη τραγωδία.
Το 2004, σε τροχαίο δυστύχημα έξω από το Αυγόρου, ο Σπύρος Περίανδρος, πατέρας των παιδιών, βρήκε ακαριαίο θάνατο, βυθίζοντας ακόμη περισσότερο στον πόνο την οικογένειά του.