Ο Γιάννης Χριστοφίδης αναφέρεται στη στάση της Τουρκίας σ’ Ανατολή και Δύση.
Είναι πολύ γνωστή η ελληνική παροιμία ότι σκύλος που γαυγίζει συνήθως δεν μπορεί ή δεν χρειάζεται να δαγκώσει, γιατί με τον σαματά που δημιουργεί με τα γαυγίσματα, ελπίζει ότι θα φοβίσει και θα τρομοκρατήσει το οποιοδήποτε θύμα του ή όταν το θύμα έχει την τάση να φοβάται σαν βρεθεί αντιμέτωπος με την παραμικρή δυσκολία. Μπορούμε φυσικά να το πούμε και διαφορετικά. Ότι το θύμα αν δεν έχει την παλικαριά, αλλά και την ψυχραιμία να αναλύσει την αιτία των γαυγισμάτων και να σταθεί ατρόμητο και επιθετικό έναντί του, τότε επαληθεύεται η αποτελεσματικότητα των γαυγισμάτων και εγκλωβίζεται στους φόβους του. Πίσω από την ανάλυση των γεγονότων μπορεί κάποιος να αντικρίσει τη γυμνή πραγματικότητα. Ότι δηλαδή πίσω απ’ όλο αυτό το σκηνικό κρύβονται δυο λέξεις-διαπιστώσεις: Το θράσος και η δειλία. Το θράσος είναι τα γαυγίσματα χωρίς κόστος, που αν δεν καταφέρουν να φοβίσουν τον αντίπαλο, τότε οι ίδιοι υποχωρούν από δειλία, χωρίς όμως να το παραδεχτούν ποτέ, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν αφάνταστη σκληρότητα σ’ αυτούς που ελέγχουν και τους φοβούνται. 
 
Αυτό συμβαίνει και με την Τουρκία. Φωνασκεί και φοβερίζει προς όλους τους αντιπάλους της σ’ Ανατολή και Δύση, αλλά δεν προχωρεί ούτε επιτίθεται, όταν ο αντίπαλος είναι δυνατός ή βρει πραγματική αντίδραση και αποφασιστικότητα και αν οι Μεγάλοι της Γης δεν της ανάψουν το πράσινο φως, εφόσον εξυπηρετούνται και τα δικά τους συμφέροντα. Φυσικά, η θέση της Τουρκίας στο κέντρο των διεθνών διεκδικήσεων, ο όγκος της, καθώς και το δικτατορικό της καθεστώς, τη βοηθούν να ελίσσεται και να υλοποιεί αμέσως τις οποιεσδήποτε αποφάσεις του ηγήτορά της. Η Τουρκία πέραν από τον εκσυγχρονισμό της στρατιωτικής της ισχύος και την αξιόλογη απόκτηση αεροπορίας και ναυτικού, έχει ακόμη ένα πλεονέκτημα. Έχει σταθερό και αμετάκλητο στρατηγικό στόχο από το 1956, τον οποίο υπηρετεί και τροφοδοτεί συνεχώς με απόλυτη θρησκευτική ευλάβεια.           
 
Δυστυχώς, ο σημερινός ελληνισμός σε Ελλάδα και Κύπρο απέκτησε φοβικά σύνδρομα από τις αλλεπάλληλες εθνικές αποτυχίες και ήττες, αλλά και λόγω διαχρονικά κάποιων «περί πολλών τυρβαζόντων» και μη διορατικών πολιτικών ηγετών. Η εθνική μας τραγωδία είναι ακόμη η έλλειψη ενός καθαρού κοινού στρατηγικού στόχου, η στρατιωτική μας ανεπάρκεια και η απουσία σύμπνοιας, που οφείλεται σε έναν άκρατο εγωισμό ότι του καθενός οι απόψεις είναι οι πιο ορθές και σωτήριες.
Όταν οι αρχηγοί δεν βάζουν πάνω απ’ όλα το συμφέρον της πατρίδας, τι να περιμένει κανείς από έναν λαό, που στα μόνα ιδανικά που έμαθε να πιστεύει είναι τα προσωπικά οικονομικά συμφέροντα, η καλοζωή και η αναρρίχηση στην οποιαδήποτε εξουσία; Όμως το επόμενο «θύμα» της άπληστης και αλαζονικής Τουρκίας είναι πρώτα η Κύπρος και ύστερα η Ελλάδα. Γνωρίζουμε από την πανάρχαια ιστορία μας ότι «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Μπορούμε σήμερα και θέλουμε αυτή την ελευθερία μας να την προστατέψουμε μόνοι μας ή θα παραδοθούμε τελειωτικά και αμαχητί στις ορδές του νέου Αττίλα; Ή πιστεύουμε ακόμη ότι η Ευρώπη, η Αμερική ή η Ρωσία θα προστρέξουν σε βοήθειά μας; Το πρόσφατο γεγονός της προδοσίας των Κούρδων από τις υπερδυνάμεις, ας μας παραδειγματίσει να μη βασιζόμαστε σε ξένα στηρίγματα. Ας πάρουμε επιτέλους την πατρίδα στα δικά μας χέρια και με τη βοήθεια του Θεού, ας κάνουμε το ορθό και το πρέπον, υπό τις περιστάσεις.