Η αξιοπιστία του μοναχού Πανάρετου, κατά κόσμον Χρίστου Νεάρχου, έκρινε την πρώτη αγωγή περί προσηλυτισμού, αφού το Δικαστήριο πείστηκε από όσα αυτός κατέθεσε και τελικά απέρριψε την αγωγή των γονέων του, οι οποίοι είχαν καταγγείλει ότι το παιδί τους οδηγήθηκε στη Μονή Βατοπεδίου κατόπι χειραγώγησης/προσηλυτισμού.
 
Σύμφωνα με όσα υπεστήριξαν οι γονείς και τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά από τη δικαστή Στάλω Χατζηγιάννη, η χειραγώγηση έγινε από κύκλωμα στο οποίο εμπλέκονταν ο μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος και ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ (εναντίον των οποίων στρεφόταν η αγωγή), καθώς και άλλοι του περίγυρού τους.
 
Η δικαστής ανέφερε στην απόφασή της πως «όσα ο μοναχός Πανάρετος κατέθεσε καθώς και οι απαντήσεις του κατά την αντεξέτασή του δεν οδηγούν στο συμπέρασμα περί χειραγώγησης και «προσηλυτισμού» του, ως είναι η θέση των εναγόντων», δηλαδή των γονέων. «Αποτελεί», κατά την άποψή μου, προσθέτει η δικαστής, «αναφαίρετο δικαίωμα του μάρτυρα (Πανάρετου) να ακολουθήσει τον δρόμο του μοναχισμού και να ζει με τον τρόπο που επεξήγησε, ακολουθώντας τους κανόνες τους οποίους ο ίδιος αυτόβουλα και με τη θέλησή του επέλεξε».
 
«Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο μάρτυρας (μοναχός Πανάρετος) κρίνεται ως αξιόπιστος  και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της».
 
 
Ανάμεσα σε άλλα, η δικαστής, η οποία απέρριψε τις μαρτυρίες των εναγόντων γονέων και άλλων μαρτύρων που αυτοί παρουσίασαν, κατέγραψε και τα εξής στην απόφασή της:
 
– Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΥ1 (μοναχό Πανάρετο) να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όσα αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται μόνο στην αλήθεια. Με εμφανή ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε από την αντεξέταση. 
 
– Με ηρεμία και θετικότητα, επεξήγησε και τοποθετήθηκε ρητά και με σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η επιλογή και απόφασή του να ακολουθήσει τον μοναχισμό ήταν ελεύθερη, εκούσια και αυτόβουλη, αποκλειστικά δική του και αποτέλεσμα πολλών μηνών εσωτερικού προβληματισμού και προσευχής και χωρίς παρέμβαση και επηρεασμό από τρίτους. Πρόσθεσε επίσης ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 17 χρόνων μετάνιωσε για αυτή την επιλογή του και ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεό που τον βοήθησε να ακολουθήσει αυτή την πορεία στη ζωή του. 
 
– Όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο ζωής των μοναχών, σε συνδυασμό με όσα σχολίασε σε σχέση με αποσπάσματα θρησκευτικών βιβλίων που του υποδείχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά την αντεξέτασή του, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα περί χειραγώγησης και «προσηλυτισμού» του, ως είναι η θέση των εναγόντων. Αποτελεί, κατά την άποψή μου, αναφαίρετο δικαίωμα του ΜΥ1 να ακολουθήσει τον δρόμο του μοναχισμού και να ζει με τον τρόπο που επεξήγησε, ακολουθώντας τους κανόνες τους οποίους ο ίδιος αυτόβουλα και με τη θέλησή του επέλεξε.
 
Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους 
 
Στην απόφαση της κ. Χατζηγιάννη, καταγράφονται και τα εξής:
 
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους «περί ψυχολογικής χειραγώγησης του ΜΥ1 (Πανάρετου) ως και άσκησης ηθικής/ πνευματικής και ψυχολογικής βίας εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 (μητροπολίτη Λεμεσού και ηγουμένου Βατοπεδίου) με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του μάρτυρα (Πανάρετου) στο καθεστώς του μοναχισμού, υπό συνθήκες καταπιεστικής επιρροής των Εναγομένων». Η κατάληξη αυτή, κρίνει και την τύχη της παρούσας αγωγής, που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψή της.
 
Το Δικαστήριο βρήκε ότι μαρτυρίες από πλευράς των εναγόντων στόχευαν να ενισχύσουν τη θέση τους ότι ο μοναχός Πανάρετος οδηγήθηκε στο Βατοπέδι κατόπιν χειραγώγησής του. Το ίδιο εύρημα αφορά και την επιστημονική μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς των εναγόντων. Κάποιες από τις καταθέσεις από πλευράς των εναγόντων κρίθηκαν στο σύνολό τους αναξιόπιστες.
 
Τα ευρήματα του Δικαστηρίου
 
Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ανάλογα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, απεφάνθη η δικαστής, η οποία πρόσθεσε πως, ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι:
 
α) Ο ΜΥ1 (Πανάρετος) κατά το χρόνο εισόδου του στην Εναγόμενη 3 (Μονή Βατοπεδίου) το Νοέμβριο 2001, ήταν ενήλικας (ηλικίας 23 ετών) και με πλήρη ικανότητα να αποφασίσει ελεύθερα για την επιλογή του μοναχικού βίου, εφόσον δεν είχε κηρυχθεί με βάση τον Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο του 1996, ως ανίκανο πρόσωπο.
 
β) Αυτόβουλα, συνειδητά και με πλήρη επίγνωση των αποφάσεων και πράξεων του, επέλεξε να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού. Η εν λόγω απόφασή του λήφθηκε από τον ίδιο ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση, επηρεασμό και χειραγώγηση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 (Αθανάσιος-Εφραίμ) και/ή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου.
 
γ) Αυτόβουλα, ελεύθερα και συνειδητά επέλεξε να εγκαταβιώσει σε άβατο μοναστήρι, να ακολουθήσει συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως τον επεξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου και να απορρίψει την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή με τον τρόπο που οι Ενάγοντες τον αντιλαμβάνονται. Επέλεξε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση να ακολουθήσει τον δρόμο της ακτημοσύνης και επομένως κανένα δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται σε σχέση με την επιθυμία τους να μεταβιβάσουν περιουσία στον ΜΥ1 (μοναχό Πανάρετο), εφόσον κανένας δεν εξαναγκάζεται να αποδεχθεί περιουσία που του μεταβιβάζεται από άλλο πρόσωπο. Όπως ο ΜΥ1 (μοναχός Πανάρετος) ανέφερε στο Δικαστήριο, αποτελεί δικαίωμά του να μη θέλει να κληρονομήσει περιουσία ή αν κληρονομήσει να τη δώσει όπου ο ίδιος επιθυμεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΥ1 (Πανάρετος) ελεύθερα και αυτόβουλα, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της θρησκευτικής του ελευθερίας και να το εκδηλώσει «μεμονωμένα» και «ιδιωτικά» με την εγκαταβίωσή του σε άβατο μοναστήρι, ακολουθώντας τον μοναχισμό και συγκεκριμένο τρόπο ζωής, αναγνωρισμένο από τον Ορθόδοξο χριστιανισμό.
 
δ) Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά περίπτωση προσηλυτισμού, η οποία απαντάται μόνο επί ετερόδοξων, με σκοπό τη μεταβολή της θρησκευτικής συνείδησης, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του μάρτυρα (Πανάρετου), εφόσον αυτός και πριν την είσοδό του στη Μονή Βατοπεδίου ήταν χριστιανός Ορθόδοξος.
 
ε) Ο μάρτυρας (Πανάρετος) δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγόμενων. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως «το θύμα», ούτε και είναι «παραπονούμενος», δηλαδή πρόσωπο που άμεσα επηρεάστηκε από τις πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων.