Ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου, ο οποίος κατηγορείται μαζί με τον μητροπολίτη Λεμεσού για προσηλυτισμό του Χρίστου Νεάρχου στον μοναχισμό, απέρριψε μέσω του δικηγόρου του, Μάριου Ηλιάδη, όσα κατέθεσαν ο πατέρας, ο αδελφός του και άλλοι μάρτυρες.
 
Αγορεύοντας, ο κ. Ηλιάδης υποστήριξε πως «οι ενάγοντες (γονείς) μέσω της αγωγής που καταχώρησαν, ουσιαστικά προσπαθούν να επιβάλουν στον υιό τους τις δικές τους αποφάσεις και επιλογές, περιφρονώντας και/ή χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την ευχαρίστηση, χαρά, ικανοποίηση και ανάπαυση του παιδιού τους, την οποία ο ίδιος ο υιός τους πατήρ Πανάρετος (κατά κόσμον Χρίστος Νεάρχου) ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι νιώθει και αισθάνεται». «Η προσπάθεια τους αυτή ενεδύθη», πρόσθεσε ο κ. Ηλιάδης, «τον μανδύα της δήθεν καταπάτησης των δικαιωμάτων τους ή και/του υιού τους και στηρίχθηκε στο παραμύθι μιας αόριστης συνωμοσιολογίας».
 
Ο κ. Ηλιάδης υπέδειξε ότι ο πατέρας του μοναχού παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου 17 χρόνια μετά που ο υιός του (πατήρ Πανάρετος) εισήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου σε ηλικία 23 χρονών. Όσον αφορά τη χρονιά καταχώρησης της αγωγής, ανέφερε ότι καταχωρήθηκε σχεδόν 9 χρόνια μετά το 2001 που είναι το έτος κατά το οποίο ο πατήρ Πανάρετος εισήλθε στη μονή.
 
Ο δικηγόρος του ηγουμένου υποστήριξε επίσης, πως «η απόπειρα του ενάγοντα (πατέρα) να προωθήσει τις θέσεις του στο Δικαστήριο, διαψεύσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα Πανάρετο ο οποίος ταξίδεψε από το Άγιον Όρος για να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου, ενώ ο ενάγοντας τον παρουσίασε περίπου ότι είναι δέσμιος και δεν μπορεί να εξέλθει της μονής».
 
Περιγράφοντας την εικόνα του πατέρα, τον χαρακτήρισε ως «αυταρχικό που ετσιθελικά επέμενε και συνεχίζει να επιμένει να εγκαταλείψει ο υιός του τη μονή και να σπουδάσει, διαφωνώντας κάθετα με την απόφαση του να γίνει μοναχός». Περαιτέρω, υπέδειξε πως «ο πατήρ Πανάρετος, είναι ενήλικας, σήμερα 40 ετών, (και ήταν ενήλικας και όταν εντάχθηκε στη Μονή) με παραστάσεις και εμπειρία από τη στρατιωτική του θητεία ως αξιωματικός, αλλά και τη φοιτητική του ζωή».
 
«Αυτό που ουσιαστικά ζητούν οι ενάγοντες από το Δικαστήριο», συνέχισε ο κ. Ηλιάδης, «είναι να επέμβει στην ελεύθερη και αυτόβουλη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ζωής ενός ενήλικα, ο οποίος, όπως διαφάνηκε, διαφωνεί και από τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, πόρρω απέχει από άτομο που δεν διαθέτει τη διανοητική και συναισθηματική ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο άτομο».
 
Σχολιάζοντας τη γνωμάτευση του εμπειρογνώμονα της οικογένειας, παρατήρησε πως κινήθηκε στο πεδίο της θεωρίας και της πλήρους έλλειψης σχετικότητας με τα επίδικα θέματα. Τον χαρακτήρισε, «δήθεν ειδικό» και πρόσθεσε, πως «χωρίς να δει ή να μιλήσει με τον πατέρα Πανάρετο, απεφάνθη ότι δεν έλαβε ελεύθερα την απόφαση του πριν 17 χρόνια να γίνει μοναχός». «Η μαρτυρία του, βεβαίως, στερείται στοιχειώδους σοβαρότητας και αποτελεί μνημείον αυθαιρεσίας», πρόσθεσε.
 
Ο κ. Ηλιάδης ανέφερε, επίσης, πως «λαμβανομένου υπόψη του ίδιου του γεγονότος, ότι ο υιός των εναγόντων είναι ενήλικας, και δεν προηγήθηκε αίτηση κήρυξης του ως ανίκανου προσώπου, δεν νομιμοποιούνται αυτοί να εγείρουν αγωγή για παράβαση των δικαιωμάτων του ιδίου». Παρατήρησε παράλληλα, πως «ο πατήρ Πανάρετος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση, αλλά τουναντίον ο ίδιος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για την απόφαση του και τόνισε το αυτόβουλο της απόφασής του».
 
ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΗΡΕΑΣΤΕΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΝΗΛΙΚΑ
 
Ο δικηγόρος του ηγουμένου Εφραίμ ανέφερε πως «ο πατήρ Πανάρετος θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστος μάρτυρας, αφού η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την αντεξέταση ή τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες». Παράλληλα, υποστήριξε πως θα ήταν παράλογο να αποδοθεί αποδειχτική αξία στη μαρτυρία του πατέρα ή του αδελφού του πατρός Πανάρετου ή του γνωστού του (μάρτυρα), σε μια προσπάθεια να επεξηγηθούν οι αποφάσεις του πατρός Πανάρετου με συμπεράσματα μεταξύ ασύνδετων, άσχετων ή ασήμαντων γεγονότων, όταν ο ίδιος παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και με παρρησία προέβαλε τις θέσεις του και το αυτόβουλο της επιλογής και απόφασής του.
 
«Ο ενήλικας υιός των εναγόντων έχει κάθε δικαίωμα να κάνει τις δικές του επιλογές και δεν μπορούν αυτές οι επιλογές να αποτελέσουν βάση αγωγής εκ μέρους των γονέων του ενήλικα υιού των εναγόντων και εν πάση περιπτώσει να τους αποδοθεί θεραπεία», τόνισε.
 
Ο κ. Ηλιάδης υπέδειξε πως ο πατήρ Πανάρετος επέλεξε αυτό τον τρόπο εκδήλωσης των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, τρόπο ζωής αναγνωρισμένο και ασκούμενο επί αιώνες τώρα από της γένεσης του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, και συμπλήρωσε: «Κατ’ επέκταση του προαναφερόμενου σημείου, ένα τελευταίο σημείο αλλά εξίσου σημαντικό, που ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής, είναι ότι τυχόν επιτυχία των εναγόντων στην αγωγή και έκδοση διαταγμάτων από το Δικαστήριο θα έχει ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί η επιλογή του ενήλικα υιού των εναγόντων Χρίστου Νεάρχου, νυν Πανάρετου, να ακολουθήσει τον μοναχισμό και κατά συνέπεια να επηρεαστούν τα δικά του ατομικά και συνταγματικά του δικαιώματα».