Οι επαφές του με τον Α.Λ., τον Σ. Π. και τον Τ. Γ., οι οποίοι του μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για τον μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο, ήταν καθοριστικές για τη μετέπειτα απόφασή του να ακολουθήσει τον μοναχισμό, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Γιώργου Θεοδούλου και τώρα μοναχού Ιουστίνου.

Πάντως, σε γραπτή δήλωσή του στο πλαίσιο της αγωγής που καταχώρησαν οι γονείς του κατά του μητροπολίτη Λεμεσού και άλλων για προσηλυτισμό, ο μοναχός Ιουστίνος υποστήριξε ότι: «Η επιλογή μου να ενταχθώ στον μοναχισμό ήταν καθ’ όλα αυτόβουλη και λήφθηκε κατόπιν ώριμης σκέψης και ελεύθερης βούλησης. Είχα την ευκαιρία προτού αποφασίσω οριστικά, να γνωρίσω στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό ως λαϊκός τον τρόπο ζωής, τους κανόνες και τις δυσκολίες που απορρέουν από τον συγκεκριμένο θεσμό. Ομολογώ ότι αισθάνομαι πληρότητα, ικανοποίηση και χαρά για την επιλογή μου».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Πατέρας μοναχού: Να έρθει ο γιος μου και να δώσω κι από πάνω

Ως προς την όλη στάση και συμπεριφορά των γονιών του, έναντί του, ο πατήρ Ιουστίνος στη γραπτή δήλωσή του υποστηρίζει τα εξής: «Δυστυχώς, κατά τα 11 χρόνια που βρίσκομαι στο μοναστήρι ο τρόπος που εξελίχθηκε η υπόθεση κάθε άλλο παρά απέδειξε τον στοιχειώδη σεβασμό απέναντί μου. Πέραν των συνεχών αντιπαραθέσεων που είχαμε κατά τις συναντήσεις μας, η οδός της δικαστικής αντιπαράθεσης αναπόφευκτα οδήγησε στην ενοχλητική και απαράδεκτη δημοσιοποίηση της προσωπικής μου ζωής. Με μεγάλη λύπη παρακολούθησα όλα αυτά τα χρόνια να σχολιάζεται δυσμενώς η ελεύθερη και εκούσια απόφασή μου να ακολουθήσω τον μοναχισμό, να προσβάλλεται η αξιοπρέπειά μου και να διασύρεται η προσωπικότητά μου».

Στη γραπτή δήλωση του μοναχού καταγράφονται και τα ακόλουθα:

● Ανέκαθεν περνούσα περιόδους κατά τις οποίες είχα έντονες αναζητήσεις. Όμως, δυο γεγονότα που είχα ζήσει κάποια χρόνια προηγουμένως, είχαν χαραχθεί έντονα στη μνήμη μου και με ωθούσαν στο να κατευθύνω την αναζήτησή μου μελετώντας πρώτα τη θρησκεία και την παράδοση που έφερα ως κληρονομιά, όντας βαπτισμένος χριστιανός Ορθόδοξος. Και τα δύο αυτά γεγονότα σχετίζονται με δύο καλούς παλιούς μου φίλους, τον συμμαθητή μου Σ.Π. και τον αξιωματικό Τ.Γ., τον οποίο είχα γνωρίσει κατά τη στρατιωτική μου θητεία.

● Το καλοκαίρι του 1995, είχα ξαναβρεθεί τυχαία ένα βράδυ με τον Σ. Είχα να τον δω περίπου δύο χρόνια. Τότε μου μίλησε για μια δοκιμασία, μια δύσκολη κατάσταση που περνούσε. Τις επόμενες μέρες, προσπάθησα να έχω μια πιο στενή επαφή μαζί του για να τον στηρίξω όσο μπορούσα. Λόγω αυτής της δοκιμασίας, ο Σ. είχε έλθει κοντά στην Εκκλησία. Είχε μάλιστα ακούσει αρκετές ομιλίες του μητροπολίτη Λεμεσού σε κασέτες, οι οποίες, όπως μου είχε πει τότε, του έκαναν πολύ καλή εντύπωση και τον είχαν βοηθήσει. 

● Οι συζητήσεις που είχαμε το καλοκαίρι του 1995 περί Εκκλησίας, αποτέλεσαν για μένα ένα από τα σοβαρά θετικά ερεθίσματα ως προς τη σχέση μου με την Εκκλησία. 

● Τέλη του 2001, άρχισα να μελετώ το Ευαγγέλιο εκ νέου. Τότε συνέπεσε να πληροφορηθώ από τον πολύ καλό μου φίλο Α.Κ., ότι ένας κοινός μας φίλος, ο Α.Λ., επρόκειτο να παντρευτεί. Με δική μου πρωτοβουλία διευθέτησα να συναντηθούμε αρχές Δεκέμβριου του 2001. Όταν το 1995 ο Α. επέστρεψε στην Κύπρο και γνωρίστηκε με τον μητροπολίτη Λεμεσού, η ζωή του είχε αλλάξει ριζικά. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Άκουσαν ηχογραφημένο τον… σατανά

● Τα ίδια θετικά σχόλια αποκόμισα και εγώ κατά τη δική μας συνάντηση. Μίλησα τότε με τον Α. για αρκετή ώρα και με είχε αφήσει κατάπληκτο. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο συνετό, με οξεία αντίληψη αλλά και με πηγαία ευλάβεια και ταπεινό φρόνημα. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η θεραπευτική αγωγή που δίνει η Εκκλησία έχει απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα ήταν μπροστά μου, απτό και πραγματικό. Για ακόμα μια φορά, επιβεβαιώθηκε η διαίσθησή μου ότι ο χώρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας έκρυβε έναν πολύτιμο θησαυρό που έπρεπε να εξιχνιάσω.

● Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2001 πήγα για πρώτη φορά σε ομιλία του μητροπολίτη Λεμεσού. Στο μεταξύ συνέχισα τη μελέτη του Ευαγγελίου, ενώ άρχισα να διαβάζω και κάποια πατερικά βιβλία τα οποία είχα δανειστεί από τον παππού μου. Παράλληλα, συνέχισα να εκκλησιάζομαι τις Κυριακές. Μέρα με τη μέρα, η πνευματική μου δίψα μεγάλωνε, γεννώντας την επιθυμία να προχωρήσω βαθύτερα στη ζωή της Εκκλησίας. 

● Αυτό ακριβώς το αίσθημα και η εμπειρία της προσωπικής σχέσης με τον Θεό ήταν που οδήγησε και εμένα, όπως τα αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων που ενεδύθηκαν το μοναχικό σχήμα, στο να αρχίσω να σκέφτομαι σοβαρά την αποταγή των εγκοσμίων και την ολοκληρωτική αφιέρωση στον Χριστό, που τόσο πολύ αγάπησα.

Του έκανε και… προξενιό ο Αθανάσιος

«Τα πρώτα σημεία της μοναχικής μου κλήσεως τα είχα νιώσει πολύ νωρίς και συγκεκριμένα, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2002», κατέθεσε ο πατήρ Ιουστίνος, ο οποίος πρόσθεσε:

«Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι ούτε εκείνη την περίοδο, αλλά ούτε και αργότερα, ο μητροπολίτης Λεμεσού με προέτρεψε να γίνω μοναχός. Όχι μόνο αυτό, αλλά ούτε καν μου έκανε την παραμικρή νύξη περί μοναχισμού. Αυτό ήταν κάτι που εγώ πρώτος ανέφερα στον εν λόγω ιεράρχη όταν ένιωσα ότι αυτός ο τρόπος ζωής ήταν ο καταλληλότερος για μένα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο μητροπολίτης Λεμεσού όχι μόνο δεν με κατηύθυνε προς τον μοναχισμό, αλλά τουναντίον, μου μιλούσε περί γάμου, θεωρώντας σαν δεδομένο ότι εγώ σε κάποιο στάδιο θα νυμφευόμουν. Απτή απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις μου είχε μιλήσει θετικά για συγκεκριμένες κοπέλες, τις οποίες είχα γνωρίσει στον χώρο της Εκκλησίας, ρωτώντας με κατά πόσο θα με ενδιέφερε να τις γνωρίσω καλύτερα με απώτερο σκοπό να προχωρήσω σε γάμο μαζί τους».

Αντέδρασαν έντονα οι γονείς

«Δυστυχώς, η έφεσή μου για τον μοναχισμό όχι μόνο δεν έγινε δεκτή από τους γονείς μου, αλλά πυροδότησε και τη δυναμική αντίδρασή τους», είπε ο πατήρ Ιουστίνος.

«Παραθέτω στη συνέχεια, σημείωσε, τα πιο χαρακτηριστικά γεγονότα με χρονολογική σειρά:

● Περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2002, ανέφερα στους γονείς μου ότι σκεφτόμουν και τον μοναχισμό σαν μια επιλογή ζωής. Ήταν τότε που ουσιαστικά η σχέση με τους γονείς μου και ειδικά με τη μητέρα μου, άλλαξε άρδην. Κατ’ αρχήν, υπήρξε ένα γενικό ξέσπασμα κατά της Εκκλησίας και ειδικά κατά του μοναχισμού.

● Όταν πλέον διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι η επιλογή του μοναχισμού με απασχολούσε σοβαρά, τότε το θέμα δεν χωρούσε άλλη ανοχή. Έπρεπε να ληφθούν «δυναμικά μέτρα»! Τότε έπεσαν τα προσωπεία και αποκαλύφθηκαν τα ενδόμυχα.

● Αρχές Δεκεμβρίου του 2006, η μοναχική κλήση έγινε εντονότατη και είχα οριστικά ξεκαθαρίσει τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Ήμουν ήδη 33 χρονών, αρκετά ώριμος και συνετός για να πάρω σοβαρά και υπεύθυνα αυτή την απόφαση. 

● Στις 27 Ιουλίου του 2007, σε ηλικία 34 χρονών, εισήλθα στην Ιερά Μονή Μαχαιρά ως δόκιμος μοναχός, ενώ συμμετείχα στο πρόγραμμα των ακολουθιών της Μονής».