Είναι επικίνδυνες και επιβάλλεται να στηρίζονται ώστε να μην καταρρεύσουν είτε οι ίδιες είτε τμήματα τους, με κίνδυνο να προκληθούν θύματα ή τραυματισμοί. Ο αριθμός των επικίνδυνων οικοδομών ανέρχεται σε 1.292.

Από τις επικίνδυνες οικοδομές οι 618 βρίσκονται στη Λευκωσία, 308 στη Λεμεσό, 170 στη Λάρνακα, 26 στην Αμμόχωστο και 170 στην Πάφο.

Προς άρση της επικινδυνότητας και με δεδομένο ότι με την υφιστάμενη νομοθεσία δεν διασφαλίζονται ούτε οι πολίτες ούτε και οι ίδιες οι επηρεαζόμενες περιουσίες ή και γειτνιάζουσες, ο βουλευτής Μαρίνος Μουσιούττας καταθέτει σχετική πρόταση νόμου, έχοντας εξασφαλίσει και τη σύμφωνο γνώμη του υπουργού Εσωτερικών.

Στο πλαίσιο στήριξης των ΕΟΑ, οι οποίοι ανέλαβαν τις επικίνδυνες οικοδομές, θα αυξηθεί και η συνεισφορά του κράτους στις €500.000 για τα κτήρια που αφορούν τη Λευκωσία ενώ ανάλογα κονδύλια (τα οποία πάντως δεν αρκούν για τη στήριξη όλων των οικοδομών) θα διατεθούν και για τις επικίνδυνες οικοδομές άλλων επαρχιών.

Ύστερα από συνάντηση του με τον βουλευτή κ. Μαρίνο Μουσιούττα, ο Κωνσταντίνος Ιωάννου δήλωσε και τα ακόλουθα:

Με γνώμονα τη δημόσια ασφάλεια και για να πετύχουμε την αποτελεσματικότερη διαχείριση των επικίνδυνων οικοδομών, με πρωτοβουλία του κ. Μουσιούττα, εκ μέρους της Επιτροπής Εσωτερικών της Βουλής, διαμορφώθηκε από κοινού μια τροποποιητική πρόταση του υφιστάμενου νόμου. Εξετάζοντας, σε συνεργασία με τις Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων και τους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης, το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, εντοπίστηκαν αδυναμίες, που προκαλούν προβλήματα στην πιο αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας. Οι αδυναμίες που διαπιστώνονται στη νομοθεσία επέτρεπαν την εφαρμογή των προνοιών μόνο από κάποιες Τοπικές Αρχές και λειτουργούσε αποτρεπτικά για αρκετές περιπτώσεις Τοπικών Αρχών, οι οποίες δεν προέβαιναν σε δραστικές παρεμβάσεις.

Με την ευκαιρία της μεταφοράς της αρμοδιότητας για τις επικίνδυνες οικοδομές στους ΕΟΑ, με ισχύ από χθες, προωθείται μια σειρά νομοθετικών αλλαγών, με τις οποίες αυστηροποιείται το πλαίσιο επιτήρησης και επιβολής στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Σημαντική παράμετρο αποτελεί, την ίδια ώρα, η μεταφορά της ευθύνης για την άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής στους ιδιοκτήτες, μέσω της εισαγωγής μέτρων επιβολής, ως μοχλός πίεσης προς τους ιδιοκτήτες ώστε να προβαίνουν οι ίδιοι σε λήψη μέτρων για επαναφορά της οικοδομής τους σε ασφαλή κατάσταση.

Ανάμεσα σε άλλα, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις καθορίζουν απλοποιημένες διαδικασίες επίδοσης ειδοποιήσεων προς τους ιδιοκτήτες και παρέχουν τη δυνατότητα έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων μέσω μονομερών αιτήσεων (ex parte) για λήψη μέτρων. Επιπρόσθετα, προνοείται η απαγόρευση χρήσης ή ενοικίασης μιας οικοδομής που κρίνεται επικίνδυνη μέχρι την άρση της επικινδυνότητας και παρέχεται η δυνατότητα ολικής ή μερικής κατεδάφισης επικίνδυνης οικοδομής, καθώς και διακοπής της υδροδότησης και της ηλεκτροδότησης. Επίσης, στην πρόταση νόμου συμπεριλήφθηκαν πρόνοιες για εγγραφή εμπράγματου βάρους (memo) στα επηρεαζόμενα ακίνητα για κάλυψη των εξόδων επέμβασης και για εισαγωγή εξώδικης ρύθμισης και αύξησης διοικητικών και ποινικών προστίμων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

Επιπλέον, εκείνο που οι μέχρι πρότινος αρμόδιες Αρχές καλούνταν στις πλείστες περιπτώσεις να διαχειριστούν ήταν η έλλειψη οικονομικών πόρων για τη λήψη μέτρων για διαχείριση των επικίνδυνων οικοδομών. Προς επίλυση της οικονομικής πτυχής του προβλήματος, το Υπουργείο Εσωτερικών εξασφάλισε επιπρόσθετη οικονομική ενίσχυση, που θα παραχωρείται στους ΕΟΑ μέσω των Δήμων, στη βάση καταγραφής των επικίνδυνων οικοδομών που υπάρχουν εντός των ορίων του κάθε Δήμου και σύμφωνα με τον προγραμματισμό για τη σταδιακή αποκατάστασή τους, που πρέπει να καταρτίσουν από κοινού οι ΕΟΑ με τους Δήμους.

Καταληκτικά, θα ήθελα να επαναλάβω ότι αντιμετωπίζουμε με υπευθυνότητα το ζήτημα των επικίνδυνων οικοδομών και αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες που έχουν να διαχειριστούν οι Τοπικές Αρχές και οι ΕΟΑ στην άσκηση των καθηκόντων τους. Γι’ αυτό και εξ αρχής επιδιώξαμε την αλλαγή της νομοθεσίας, κατά τρόπο που να ενισχύει τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η αρμόδια Αρχή, ώστε να διασφαλίζεται η δημόσια ασφάλεια και η συντήρηση του οικοδομικού αποθέματος της χώρας μας, ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική πτυχή του ζητήματος.