Μια άκρως σημαντική απόφαση που εκδόθηκε πρόσφατα από Επαρχιακό Δικαστή, επηρεάζει δεκάδες χιλιάδες υποθήκες και ενυπόθηκους οφειλέτες. Για πρώτη φορά μπλοκαρίστηκε με δικαστικό διάταγμα η εκποίηση υποθήκης επειδή στους όρους της σύμβασης προστέθηκαν βάρη που φαίνεται να μην καλύπτονται από το νόμο.
Στην υπόθεση ηγέρθηκαν για πρώτη φορά και αποφασίστηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια θέματα που αφορούν την εγκυρότητα και νομιμότητα υποθήκης, με βάση αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο και τους όρους σύναψης της, που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες παραχώρησαν και ενέγραψαν προς όφελος των ενυπόθηκων δανειστών.
Δικαστής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατόπιν ακρόασης σχετικής αίτησης που υπέβαλαν οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, αποφάσισε την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Είναι για αυτό το λόγο που η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή έχει τεράστια σημασία και αφορά δεκάδες χιλιάδες υποθήκες τραπεζών ή πιστωτικών ιδρυμάτων που περιέχουν πανομοιότυπους όρους όπως στην επίδικη υποθήκη.
Οι ενάγοντες – ενυπόθηκοι οφειλέτες με την αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη υποθήκη με βάση αυτούς καθαυτούς τους όρους και τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης, είναι εξ’ υπαρχής παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη, διότι κατά τον ισχυρισμό τους καταρτίστηκε και εγγράφηκε κατά παράβαση των ρητών προνοιών των άρθρων 5, 8, 21(1)(γ), 21(2) του Ν.9/65.
Σημειώνεται ότι η υποθήκη αφορούσε δύο διαμερίσματα και ένα κατάστημα. Όπως υπάρχει ισχυρισμός στην αγωγή, εκτός το γεγονός ότι η υποθήκη καλύπτει το κεφάλαιο, τον τόκο και νόμιμα έξοδα όπως προβλέπει ο νόμος, στη σύμβαση προστέθηκαν τραπεζικά δικαιώματα, προμήθειες και ασφάλιστρα.
Εκείνο που οι ενάγοντες – ενυπόθηκοι οφειλέτες πρόβαλαν με την αγωγή και την σχετική αίτηση τους, είναι ότι η επίδικη υποθήκη έχει συσταθεί κατά παράνομο τρόπο και δη κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 5, 8, 21(1)(γ) και 21(2) του Ν.9/65, με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη και νόμιμη και στη βάση της θεώρησης αυτής, υποστήριξαν με ειδικές υποδείξεις ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης και του εγγράφου της υποθήκης, σε αντιδιαστολή με τα όσα επιβάλλει ο Νόμος ότι πρέπει να περιέχουν οι έγκυρες υποθήκες.
Ισχυρίστηκαν μέσω των δικηγόρων τους Αντρέα Μαθηκολώνη και Χρύσως Παπαχριστοδούλου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αφού όπως ισχυρίστηκαν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης τους, ειδικότερα σε σχέση με την νομιμότητα ή και εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης.
Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγόντων- ενυπόθηκων οφειλετών ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και πρόταξαν ότι αν αφεθούν οι ενυπόθηκοι δανειστές να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του Ν9/65 και να προχωρήσουν σε ιδιωτική εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, τότε αυτοί θα απωλέσουν την κυριότητα ακινήτου και η απαίτηση τους όσον αφορά την υποθήκη θα καταστεί άνευ αντικειμένου.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω θέσεων το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες, κατάφεραν να αποδείξουν ότι έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν στην απαίτηση τους και εξέδωσε διάταγμα παγοποίησης της εκποίκησης της υποθήκης.
Το Δικαστήριο μεταξύ άλλων προς επίρρωση της πιο πάνω κρίσης του, επεσήμανε ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την απαίτηση τους στη βάση της θέσης τους ότι η σύμβαση υποθήκης περιέχει όρους που καθιστούν το εξασφαλισμένο, μέσω αυτής ποσό, τόκο και τα οποιαδήποτε έξοδα αφορούν την υποθήκη, μη καθορισμένα και μη δυνάμενα να προσδιοριστούν, καθώς επίσης ότι στην υποθήκη προνοείται η ευθύνη τους δια ποσά, τόκους, και έξοδα μη συνυφασμένα με το ποσό που εξασφαλίζει η υποθήκη και τα όποια έξοδα που τυχόν θα διενεργηθούν για λήψη νόμιμων μέτρων δια είσπραξη του εξασφαλισμένου μέσω υποθήκης ποσού, τόκου και εξόδων.