Προβλήματα και κενά τα οποία στο τέλος ακυρώνουν και αυτή την ίδια την καταγγελία, διαπιστώνονται στη διαδικασία για τη διερεύνηση ισχυρισμών περί ιατρικής αμέλειας.
Ενώ αρχίζουν έρευνες από πλευράς Αστυνομίας αυτές μένουν «ανοικτές» χωρίς αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλές φορές για χρόνια, λόγω ατελέσφορων διαδικασιών. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν προς διερεύνηση τουλάχιστον 10 έρευνες παγκύπρια που αφορούν καταγγελίες για ιατρική αμέλεια, είτε για γιατρούς του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα. Η Αστυνομία αφήνει σαφείς αιχμές ότι οι ιατρικοί λειτουργοί που διορίζονται για συνδρομή των ερευνών κάποιες φορές δεν είναι συνεργάσιμοι, ενώ από πλευράς του ο Οργανισμός, αφήνει υπονοούμενα ότι η Αστυνομία ζητεί τη βοήθεια των γιατρών, χωρίς ωστόσο να πληρώνει για τις υπηρεσίες και πως δύο χρόνια συζητήσεων δεν κατέληξαν. Έρευνες αυτού του είδους διενεργούνται είτε από τα επαρχιακά ΤΑΕ είτε και από αστυνομικούς σταθμούς.
Οι καταγγελίες για κατ’ ισχυρισμό ιατρική αμέλεια αυξήθηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια, όπως διαπιστώνει και ο εκπρόσωπος Τύπου του ΟΚΥΠΥ Πάμπος Χαριλάου, κυρίως επειδή ο κόσμος τώρα που καταβάλλει εισφορές στο ΓΕΣΥ ζητεί καλύτερες ιατρικές υπηρεσίες, αλλά και επειδή υπήρξαν καταδίκες από τα δικαστήρια κατά γιατρών ή νοσηλευτηρίων που αφορούσαν ιατρική αμέλεια και γι’ αυτό ο κόσμος ενθαρρύνεται να προβαίνει σε καταγγελία. Όπως εξήγησε ο ίδιος, όταν υποβάλλεται μια καταγγελία για το ενδεχόμενο ιατρικής αμέλειας, τότε ο ΟΚΥΠΥ διορίζει έναν ιατρικό λειτουργό για να συνδράμει στην έρευνα της Αστυνομίας. Ο κ. Χαριλάου ξεκαθάρισε ότι οι γιατροί δεν λαμβάνουν καταθέσεις ούτε και διενεργούν έρευνα για ιατρική αμέλεια. Την έρευνα την διεξάγει η Αστυνομία και οι γιατροί εκφέρουν ιατρική γνώμη μετά από μελέτη των ιατρικών φακέλων.
Όσον αφορά στην περίπτωση του 74χρονου κάτοικου Φλάσου που πέθανε στο Νοσοκομείο Λάρνακας μετά που εισήχθη λόγω νόσησης με κορωνοϊό και οι τρεις ιατρικοί λειτουργοί που διορίστηκαν δεν έχουν βοηθήσει στην ολοκλήρωση της έρευνας της Αστυνομίας, ο εκπρόσωπος του Οργανισμού ανέφερε ότι δεν έχει ενημερωθεί για την συγκεκριμένη περίπτωση λόγω αδειών. Ωστόσο πρόσθεσε ότι υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες πολλές φορές για να αναλάβει ένας κυβερνητικός γιατρός να ερευνήσει ή να καταθέσει εναντίον ενός άλλου συναδέλφου του.
Ο κ. Χαριλάου πρόσθεσε ακόμα ότι εδώ και δυο χρόνια γίνονται συζητήσεις με την Αστυνομία ώστε οι γιατροί που αναλαμβάνουν να βοηθήσουν σε μια έρευνα για το ενδεχόμενο ιατρικής αμέλειας να αποζημιώνονται. Μέχρι τώρα, είπε, δεν έχει εξευρεθεί λύση παρόλο που οι γιατροί αφήνουν την εργασία τους, ασχολούνται αρκετές ώρες από τον χρόνο τους και πρέπει να αποζημιώνονται. Ο ίδιος τόνισε ότι πρέπει να θεσμοθετηθεί αυτή η συνεργασία ώστε να υπάρχει αποζημίωση σε όσους αναλαμβάνουν αυτό το έργο. Ο εκπρόσωπος του ΟΚΥΠΥ προχώρησε ένα βήμα πάρα πέρα τονίζοντας ότι το ιδανικότερο είναι να υπάρχει ένας κατάλογος από γιατρούς που ενδιαφέρονται, είτε του δημοσίου τομέα, είτε του ιδιωτικού ή ακόμα και συνταξιούχους, διαφόρων ειδικοτήτων, από τον οποίο η Αστυνομία να καλεί για υποβοήθηση του έργου της αλλά με την ανάλογη αποζημίωση.
Απαντώντας σε παρατήρηση, πού αποδίδεται η αύξηση των καταγγελιών και παραπόνων των πολιτών για την προσφερόμενη ποιότητα περίθαλψης, ο κ. Χαριλάου αφού αναγνώρισε ότι τα τελευταία χρόνια όντως αυξάνονται οι καταγγελίες περί ιατρικής αμέλειας ή ακόμα και συμπεριφορών, (υποβάλλονται 5-7 καταγγελίες τον χρόνο) παρατήρησε ότι αυτό γίνεται κυρίως γιατί ο κόσμος ζητά πλέον να μάθει τι συνέβη με τον δικό τους άνθρωπο αλλά και επειδή τώρα πληρώνει εισφορές γι’ αυτό και επιζητά καλύτερη ποιότητα ιατρικής περίθαλψης. Σ’ αυτό, είπε, συνέβαλε και το γεγονός ότι υπήρξαν καταδίκες από το Δικαστήριο για ιατρική αμέλεια.
Τέλος, ο κ. Χαριλάου ανέφερε ότι τώρα με το ΓΕΣΥ, ο ΟΚΥΠΥ έχει συμφωνία με ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είναι ασφαλισμένοι όλοι οι γιατροί και το άλλο προσωπικό των νοσοκομείων για περιπτώσεις αστικών αγωγών για αμέλεια, ενώ παλαιότερα αυτό καλυπτόταν από το κράτος.
Τρία χρόνια χωρίς πόρισμα, το σκέφτεται η Αστυνομία
Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες του «Φ», η καταγγελία των οικείων του Κτωρή Νεοφύτου ο οποίος απεβίωσε στις 22/2/2022 στο Νοσοκομείο Λάρνακας μετά από τρίμηνη παραμονή σε τέσσερα νοσοκομεία, έγινε τέσσερις ημέρες αργότερα και αφού διενεργήθηκε νεκροτομή στη σορό του.
Στη συνέχεια η Αστυνομία με επιστολή της προς τον ΟΚΥΠΥ ζήτησε τον διορισμό ιατρικού λειτουργού όπως γίνεται συνήθως, για υποβοήθηση του έργου της, αφού οι ανακριτές δεν έχουν γνώσεις ιατρικής και είναι δύσκολο να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Αρχικά διορίστηκε μια γιατρός η οποία και αρνήθηκε να αναλάβει, όπως και η δεύτερη και τελικά στις 8/9/2022 διορίστηκε παθολόγος από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας.
Σύμφωνα με ενημέρωση που έχουμε, η γιατρός είχε αναφέρει στον ανακριτή που ανέλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας της θυγατέρας του αποβιώσαντος, Σωτηρούλας Νεοφύτου, ότι θα είχε ετοιμάσει την έκθεσή της μέχρι τις 24/1/2024. Τελικά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε στην καταγγέλλουσα από την Αστυνομία, υπήρξε επικοινωνία μαζί της σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι στις 24/1, 11/4 και 13/6/2024 για να βοηθήσει στην έρευνα, ενώ τελικά φέρεται να επικαλέστηκε προσωπικούς λόγους και αποσύρθηκε. Η Αστυνομία τον περασμένο μήνα ζήτησε από τον ΟΚΥΠΥ να διορίσει τέταρτο λειτουργό, χωρίς να πάρει απάντηση.
Μετά την εξέλιξη αυτή και ύστερα από παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Μάριου Χαρτσιώτη, η Αστυνομία θα διορίσει ιδιώτη εμπειρογνώμονα από την Ελλάδα που θα βοηθήσει στην έρευνα ώστε να υπάρχει κατάληξη όσον αφορά στην καταγγελία.
Λόγω της περίπτωσης αυτής αλλά και άλλων που εκκρεμούν (ειδικά στο ΤΑΕ Λεμεσού) η Αστυνομία προβληματίζεται για το πώς θα χειριστεί το θέμα στη συνέχεια ώστε να υπάρχει πόρισμα σε ανάλογες καταγγελίες σε εύλογο χρονικό διάστημα. Όπως μας αναφέρθηκε από την Αστυνομία, οι συγγενείς κάποιων που χάνονται στα νοσοκομεία δικαιούνται να γνωρίζουν κατά πόσον υπάρχουν ευθύνες. Δεν σημαίνει ότι για κάθε θάνατο ευθύνονται γιατροί αλλά εκεί που γίνεται καταγγελία θα πρέπει μετά από διερεύνηση να υπάρχει πόρισμα. Όπως εξηγήθηκε, οι υποθέσεις αυτές είναι εκ φύσεως δύσκολες στη διερεύνηση και ακόμη πιο δύσκολο να αποδειχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης. Όμως, εκεί που μπορεί να γίνουν λάθη ή παραλείψεις πρέπει να δίνεται μια απάντηση στους συγγενείς που θρηνούν έναν δικό τους.