Ανατροπή δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώθηκε ένταλμα σύλληψης υπόπτου για απόπειρα φόνου αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο.

Το ένταλμα σύλληψης κατά υπόπτου για απόπειρα φόνου τον Ιούλιο σε καφεστιατόριο στον Στρόβολο, εκδόθηκε στις 12.7.2024, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, απόπειρα φόνου και συνωμοσία προς διάπραξη φόνου.

Ο συλληφθείς προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο επιδιώκοντας την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης με Προνομιακό Ένταλμα Certiorari. Του δόθηκε η άδεια, για ένα και μοναδικό λόγο, ο οποίος αφορούσε στο κατά πόσο η Αστυνομία δεν προέβη και/ή απέκρυψε «ουσιαστικά στοιχεία κατά το στάδιο της υποβολής του αιτήματος για έκδοση του εντάλματος».

Δικαστής δικαίωσε τον αιτητή και ακύρωσε το ένταλμα σύλληψης, αφού βρήκε πως η Αστυνομία παρέλειψε να αναφερθεί σε γεγονότα «τα οποία κρίνονται ευθέως σχετικά προς τη διαμόρφωση της δέουσας, υπό τις περιστάσεις, κρίσης από το κατώτερο Δικαστήριο ……….. θεωρώ ότι του στέρησε τη δυνατότητα να έχει μία σφαιρική εκτίμηση της υπόθεσης υπό το φως όλων των ουσιωδών της περίπτωσης γεγονότων και στοιχείων με αποτέλεσμα να επηρεάζεται στην υπό κρίση περίπτωση το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος».

Σύμφωνα με σημερινή απόφαση τριών δικαστών του Ανωτάτου, τα γεγονότα τα οποία, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είχαν αποκαλυφθεί, αφορούσαν στο ότι η Αστυνομία, στη βάση «αξιόπιστου» μαρτυρικού υλικού, είχε εξασφαλίσει προηγουμένως ένταλμα σύλληψης εναντίον άλλου προσώπου, το οποίο θεωρούσε ως τον δράστη των υπό διερεύνηση εγκλημάτων.

Όπως διαπιστώνουν οι τρεις δικαστές, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται ως ύποπτο από την Αστυνομία, στη βάση «αξιόπιστης» μαρτυρίας, και στη συνέχεια αφήνεται ελεύθερο, δεν εμποδίζει την Αστυνομία να αξιώσει ένταλμα σύλληψης, εναντίον άλλου προσώπου, στη βάση μαρτυρικού υλικού, στο οποίο μπορεί να περιλαμβάνεται και μέρος μαρτυρικού υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την εξασφάλιση του προηγούμενου εντάλματος σύλληψης.

Αυτό ωστόσο που έγειρε την πλάστιγγα για ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, ήταν, όπως επισημαίνει το Ανώτατο, το γεγονός ότι στο αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του εφεσίβλητου, υπήρχε και ένα πρόσθετο σημαντικό στοιχείο, που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μαρτυρικό υλικό. Και αυτό ήταν η πληροφορία που εξασφάλισε η Αστυνομία, σύμφωνα με την οποία, ο εφεσίβλητος φέρεται να είχε παραδεχθεί «στο στενό του περιβάλλον» τη βομβιστική επίθεση που η Αστυνομία διερευνούσε.

Εν κατακλείδι, σημειώνεται, δεν θεωρούμε, υπό το φως των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης, πως υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, και μάλιστα τέτοιων που επηρέαζαν το νόμιμο της έκδοσης του.