Το μυθιστόρημα με τίτλο «Under The Carob Tree» («Κάτω από τη Χαρουπιά»), γραμμένο στα αγγλικά, που είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας για τη ζωή και τις τύχες μιας Λεμεσιανής οικογένειας μέσα από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές της Κύπρου από τη δεκαετία του 1930 έως σήμερα, παρουσίασε στις 2 Δεκεμβρίου 2024 στη Λευκωσία (στο κτίριο της Μουσικής Ακαδημίας ARTE), η συγγραφέας  δρ Χριστίνα Λακερίδου Wieland, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια που ζει στο Λονδίνο εδώ και δεκαετίες.

Η Χριστίνα Λακερίδου γεννήθηκε στη Λεμεσό και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Ανέφερε στον γράφοντα ότι το σπίτι της βρίσκεται στη Νεκρή Ζώνη, κοντά στη Βρετανική Ύπατη Αρμοστεία και από το 1974 είναι ερειπωμένο και απροσπέλαστο. Μετά την αποφοίτησή της από το εξατάξιο Γυμνάσιο Παλουριώτισσας, σπούδασε Μουσική στην Αθήνα και στη συνέχεια Ψυχολογία και Κοινωνιολογία στο Λονδίνο, όπου κι εγκαταστάθηκε και παντρεύτηκε αργότερα τον Γερμανό καθηγητή Volker Wieland. Η δρ Wieland εργάζεται ως ψυχαναλύτρια στον ιδιωτικό τομέα. Είναι εκπαιδεύτρια θεραπεύτρια, επόπτρια και επισκέπτρια ομιλήτρια του Τμήματος Ψυχο-Κοινωνικών και Ψυχαναλυτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Essex. Έχει εκδώσει άλλα δύο βιβλία ψυχαναλυτικής και κοινωνικής ανάλυσης, το πρώτο με τίτλο «The Undead Mother» το 2000 και το δεύτερο με τίτλο «The Fascist State of Mind and the Manufacturing of Masculinity» το 2014. Για το «Under The Carob Tree», μίλησαν εκτός από τη συγγραφέα, ο καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Κώστας Μ. Κωνσταντίνου, η ποιήτρια Λίλη Μιχαηλίδου και η ακαδημαϊκός, φεμινίστρια και ακτιβίστρια Μαρία Χατζηπαύλου που συντόνισε την εκδήλωση.

Μικρές μάχες των γυναικών στο σπίτι

Ο καθηγητής ΚώσταςΚωνσταντίνου παρουσίασε το βιβλίο «ως κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα μιας σημαντικής ιστορικής περιόδου για την Κύπρο και τον κόσμο, που ανέδειξε πώς οι αγώνες και οι διεκδικήσεις των γυναικών της εποχής, συνδέονταν με την αστική κουλτούρα και τις προσπάθειες εκμοντερνισμού και κοινωνικής ανάπτυξης, μέσα από την εκπαίδευση και την λογοτεχνία». Πρόσθεσε ότι «επίσης σημαντικό, ήταν το πώς υποστηρίζονταν αυτοί οι αγώνες, από τις μικρές μάχες των γυναικών στο σπίτι, τις τακτικές και τους χειρισμούς της καθημερινότητας, που δημιουργούσαν δυνατότητες αντίστασης ενάντια στην πατριαρχία. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό, όσο αφορά αυτή τη διαπάλη της καθημερινότητας». Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων η ποιήτρια Λίλη Μιχαηλίδου, «όλες οι περιγραφές και η αφήγηση, οδηγούν σε συγκεκριμένα μέρη και πρόσωπα, όπως είναι η Εμπορική Σχολή Μιτσή στη Λεμύθου, το ορυχείο Αμιάντου όπου εργάζονταν πολλοί κάτοικοι της περιοχής, τα δύο σπίτια της οικογένειας στη Λεμεσό, ιδιαίτερα το παραθαλάσσιο, που φαίνεται ακόμα να δεσπόζει στην περιοχή. Η γλώσσα του βιβλίου είναι δομημένη ρεαλιστικά και οι σκηνές πολύ χαρακτηριστικές και βάζουν τον αναγνώστη στο κλίμα της εποχής. Διαβάζοντας το βιβλίο, δεν ταξίδεψα μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές, είχα στο μυαλό μου και συγκεκριμένα πρόσωπα, ονόματα, χωριά και μέρη…».

Ο θηλυκός Οδυσσέας

Όπως είπε η συντονίστρια της συζήτησης Μαρία Χατζηπαύλου, «το μυθιστόρημα έχει τίτλο «Κάτω από τη χαρουπιά», γιατί για τη συγγραφέα, η χαρουπιά συμβολίζει την Κύπρο. Η Χριστίνα – πρόσθεσε – μου θυμίζει τον θηλυκό Οδυσσέα, που λαχταρά την επανασύνδεση και την επιστροφή σε πρώιμες μνήμες και μέρη. Το μυθιστόρημα των 254 σελίδων, ακολουθεί τις ζωές ατόμων, κυρίως σε μια Κύπρο της δεκαετίας του 1930, αν και η αφετηρία είναι το 2010, όταν η Μαρίνα αναλογίζεται τον θάνατο της θείας της Νέλλης. Η Νέλλη, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες, είναι μια νεαρή επαναστάτρια που αγωνίζεται σε ένα πατριαρχικό σκηνικό. Το μυθιστόρημα κινείται προς τα πίσω στο χρόνο το 1907, το 1918, το 1924 και μετά 1936, 1937, 1938 και σταματά το 1939 – στο ξέσπασμα του τρομερού Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η συγγραφέας εμβαθύνει στην κοινωνικοπολιτική και πολιτιστική ζωή της Κύπρου – ιδιαίτερα στο περιβάλλον της Λεμεσού – και περιγράφει στερεότυπα φύλου, πατριαρχικές δομές, φτώχεια και κακουχίες στη ζωή του χωριού, καθώς και αντιστάσεις και αγώνες γυναικών για ελεύθερη σκέψη, ατομικά δικαιώματα και πάθος για εκπαίδευση και μάθηση. Είναι ένα βιβλίο για πραγματικούς ανθρώπους, που ζουν κάποιες ιστορικές στιγμές, μέσα από τη ματιά και τη βαθιά κατανόηση μιας συγγραφέως που λατρεύει της μουσική και τη λογοτεχνία, μιας γυναίκας με ψυχαναλυτική σκέψη. Μερικές φορές λέμε την ιστορία μας, μέσα από τις ιστορίες άλλων ανθρώπων. Αυτό κάνει η Χριστίνα, σε αυτό το υπέροχα γραμμένο, σαγηνευτικό μυθιστόρημα. Όλοι, ή κάποιοι από εμάς, γνωρίζουμε ότι η τέχνη γιατρεύει τον πόνο μας και το τραύμα μας, που έχει πάντα ένα σπίτι ή ένα βιβλίο…».

«Μια πράξη αγάπης στη χώρα μου»

«Η συγγραφή του βιβλίου, το οποίο βασίζεται εν μέρει σε ιστορίες για την οικογένειά μου, με βοήθησε να ενσωματώσω τα δύο μέρη του εαυτού μου – τον παρατηρητή και τον παθιασμένο συμμετέχοντα, σε μια πράξη αγάπης προς τους γονείς, τους παππούδες μου και τη χώρα μου», είπε στην παρέμβασή της η  Χριστίνα Wieland. Έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «πρόκειται για μυθιστόρημα και όχι πραγματικότητα, αλλά τα συναισθήματα και οι εικόνες, μπορεί να είναι μέρος του κληρονομικού μου ασυνείδητου και ως εκ τούτου, είναι πολύ αληθινά.Οι πρώτες μου αγάπες – πρόσθεσε – ήταν η λογοτεχνία και η μουσική που, αργότερα – και για λίγο – αντικαταστάθηκαν από την αγάπη και την αφοσίωσή μου στη ψυχανάλυση. Πάνω απ’ όλα, το βιβλίο επιχειρεί να περιγράψει μια ατμόσφαιρα που για μένα είναι η Κύπρος. Αν και αυτή, δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, οι λέξεις βοηθούν, ακόμα κι αν είναι αδύναμες, να μιλήσουν μέσα από εικόνες και ρυθμό, μέσα από την ανάκληση χρωμάτων και μυρωδιών, προσώπων και συναισθημάτων και κυρίως μέσα από μνήμες. Ελπίζω ότι μέρος αυτής της ατμόσφαιρας, μπορεί να μοιραστεί ο αναγνώστης. Γράφοντας αυτό το βιβλίο, δεν είχα στο μυαλό μου μόνο τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, αλλά το νησί μας και την ιστορία του. Παράλληλα με τη συγγραφή του βιβλίου, υπήρχε η ιδέα ότι θα ακολουθήσουν άλλα δύο βιβλία, που θα ανιχνεύσουν τη ζωή των δύο οικογενειών της Λεμεσού στο μέλλον – στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του 1950, στα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία και στα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν. Με αυτή την έννοια, η μοίρα των δύο οικογενειών, συνυφαίνεται με τα ιστορικά γεγονότα του νησιού μας».