Στην ποινική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη αφήνονται πλέον οι ελπίδες για να διαφανεί τι κρύβεται πίσω από τον θάνατο του Θανάση Νικολάου το 2005 στη Λεμεσό. Το Ανώτατο Δικαστήριο έδειξε χθες με μια απόφασή του διπλής ανάγνωσης, πως το πόρισμα της θανατικής ανάκρισης αν και δεν ακυρώθηκε, βρίσκεται στον αέρα και πως δεν έχει στην ουσία καμιά πρακτική σημασία, πέραν της ηθικής επιβεβαίωσης της οικογένειας.

Η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέταζε αίτημα του ιατροδικαστή Πανίκου Σταυριανού για ακύρωση του πορίσματος της θανατικής ανακρίτριας Ντόριας Βαρωσιώτου, σύμφωνα με το οποίο ο θάνατος του Θανάση οφειλόταν σε εγκληματική ενέργεια συνεπεία στραγγαλισμού, αποκλείοντάς τον από του να καταθέσει. Το Ανώτατο αν και βρήκε ότι υπήρξε νομικό σφάλμα από την θανατική ανακρίτρια να μην του επιτρέψει να καταθέσει, εντούτοις, έκρινε πως δεν έπρεπε να το ακυρώσει για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Ανέφεραν στην κατάληξη της απόφασης τους οι έξι από τους εφτά δικαστές:

«Υπό τις ιδιάζουσες και όλως εξαιρετικές περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, περιλαμβανομένης και της ποινικής έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, η έκδοση ακυρωτικού εντάλματος, δεν θα απέληγε ουσιαστικά και πρακτικά ωφέλιμη, ούτε θα εξυπηρετούσε, τελικά, το δημόσιο συμφέρον και την απονομή της δικαιοσύνης στην ευρύτερη διάσταση τους».

Το δικαστήριο προχώρησε και δεν ακύρωσε την θανατική ανάκριση παρόλο ότι βρήκε πως παραβιάστηκε το δικαίωμα του κ. Σταυριανού ν’ ακουστεί. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με νομικούς, πως το πόρισμα της θανατικής ανακρίτριας δεν έχει καμιά σημασία, ούτε και μπορεί κάποιος να βασιστεί σε αυτό και να κινηθεί νομικά κατά του ιατροδικαστή. Ούτως ή άλλως, οι θανατικές ανακρίσεις είναι διαδικασίες τυπικού μάλλον χαρακτήρα, αφού σημασία έχει η ποινική έρευνα.

Μετά την έκδοση της απόφασης τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται ούτε στο ελάχιστο, αφού αυτό που τελικά θα προσμετρήσει είναι το πόρισμα των ποινικών ανακριτών, η έρευνα των οποίων βρίσκεται στο τελικό στάδιο. Όπως εκτιμάται, ακόμα και στην περίπτωση που απορριπτόταν το αίτημα Σταυριανού χωρίς σχόλια από το Ανώτατο, το πόρισμα της θανατικής ανακρίτριας δεν θα είχε νομικό έρεισμα σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία ήθελε ακολουθήσει. Παράλληλα, αν ακυρωνόταν, θα έπρεπε αυτομάτως να διατασσόταν τέταρτη θανατική ανάκριση για μια υπόθεση που συνέβη πριν 20 χρόνια, γεγονός το οποίο δεν θα τιμούσε τη δικαιοσύνη της χώρας μας.

Από την άλλη, ο ιατροδικαστής αν και δικαιωμένος εντούτοις δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο εντός Κύπρου και η δικηγόρος του Αντριάνα Κλαΐδη άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί άλλο μέτρο. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι προσφυγή στο ΕΔΑΔ για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος.

Τα φώτα πλέον είναι στραμμένα στους δύο ποινικούς ανακριτές οι οποίοι από τον περασμένο Ιούνιο ψάχνουν μαρτυρίες για να διαπιστωθεί αν ο θάνατος του Θανάση οφείλεται σε δολοφονία, ποια αίτια κρύβονται πίσω και κυρίως ποιοι. Οι δυσκολίες ήταν εξ αρχής εκεί αφού μετά από 19 χρόνια ποια στόματα θα ανοίξουν ώστε να βρεθούν ένοχοι και τα κίνητρα. Τόσο η Αστυνομία όσο και η Νομική Υπηρεσία αμφισβητούν ευθέως ότι ο θάνατος του 26χρονου εθνοφρουρού οφειλόταν σε εγκληματική ενέργεια.

Αυτό που πρέπει να θεωρείται σίγουρο είναι πως με βάση και την απόφαση του ΕΔΑΔ το 2020, σύμφωνα με την οποία υπήρξε ελλιπής διερεύνηση της υπόθεσης, αν δεν εντοπιστεί άλλη μαρτυρία που να δείχνει αίτια και αιτιατά για τον θάνατο του Θανάση, θα επιρρίπτει ευθύνες σε σχέση με τις έρευνες, όπως ακριβώς έγινε και με το πόρισμα των Μάτσα – Αλεξόπουλου.

Δεν θα εξυπηρετούσε τίποτα νέα θανατική ανάκριση

Αρχικά το Ανώτατο αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης όπου στο διάστημα των 20 περίπου ετών από το θάνατο του Θανάση μέχρι την έκδοση του έγιναν τρεις θανατικές ανακρίσεις, ποινικές έρευνες, ιατροδικαστικές εξετάσεις, εκταφή οστών κ.ά..

Στη συνέχεια η πλειοψηφία των δικαστών αποσαφηνίζει ότι το πόρισμα της θανατικής ανάκρισης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διωχθεί κάποιος ποινικά ή πειθαρχικά και σημειώνει πως προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Θανατική Ανακρίτρια, ενώ διακήρυττε, κατ’ επανάληψη και παρά την αντίθεση της οικογένειας του θανόντος, όχι μόνο τη δυνατότητα του συγκεκριμένου ιατροδικαστή να καταθέσει ως μάρτυρας αλλά και την πρόθεση της ο τελευταίος να ακουστεί στη διαδικασία, εντούτοις, στο τέλος της ημέρας, δεν επέτρεψε τούτο. Σημειώνει ακόμα ότι εσφαλμένα η θανατική ανακρίτρια στηρίχθηκε στην απόφαση του ΕΔΑΔ αποκλείοντάς τον από μάρτυρα, ενώ για την παρουσία του στην εκταφή και εξέταση των οστών, ανέφερε ότι «ήταν απλώς παρατηρητής.»

Είναι επιβεβλημένη η επισήμανση, αναφέρει το Ανώτατο, ότι η ως άνω επιλογή, πέραν από ανακόλουθη είναι και εσφαλμένη. Στην ως άνω απόφαση του ΕΔΑΔ, ανεξάρτητα από τις όποιες παρατηρήσεις και διαπιστώσεις σε σχέση με την επάρκεια γενικότερα της αρχικής αστυνομικής έρευνας για τον θάνατο του Αθανάσιου Νικολάου, δεν απαγορεύεται, εκ προοιμίου, η αξιοποίηση του αιτητή και της μαρτυρίας του, στο πλαίσιο της διερεύνησης για τα αίτια και τις συνθήκες θανάτου του αποβιώσαντα. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει, το γεγονός ότι δεν επιτράπηκε τελικά στον αιτητή να προσφέρει τη μαρτυρία του στη διαδικασία και να παρουσιάσει την έκθεση του, για την ετοιμασία της οποίας του δόθηκε σχετική δυνατότητα σε προγενέστερο στάδιο από τον Θανατικό Ανακριτή, αποτελεί προφανές νομικό σφάλμα. Η στέρηση της δυνατότητας να τεθεί στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ουσιαστική μαρτυρία, έπληξε από μόνη της τη διαδικασία και τη νομιμότητα της.

Οι έξι δικαστές αναφέρουν ακόμα ότι νέα τέταρτη θανατική ανάκριση σε τίποτα περισσότερο δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει από αυτά που ήδη υπηρετούνται και διασφαλίζονται από την ανεξάρτητη ποινική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη.

«Των ως άνω λεχθέντων, λάβαμε επίσης υπόψη πως το εγκαλούμενο πόρισμα, όπως και κάθε πόρισμα Θανατικού Ανακριτή, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, αυτούσιο, για σκοπούς προώθησης πειθαρχικής ή ποινικής δίωξης οποιουδήποτε. Ούτε μπορεί να αποτελέσει, από μόνο του, βάθρο για την προώθηση οποιονδήποτε διεκδικήσεων αστικής φύσης σε βάρος οποιουδήποτε, του αιτητή συμπεριλαμβανομένου. Στην περίπτωση δε που δρομολογηθεί σε βάρος του διαδικασία οποιασδήποτε μορφής, ο τελευταίος διατηρεί αλώβητο το δικαίωμα του να προβάλει τις θέσεις του.

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, παρά τη διαπίστωση της παραβίασης του δικαιώματος του αιτητή να ακουστεί στη διαδικασία, κατά τρόπο που επηρεάζει τη νομιμότητα της τελευταίας, εξέλιξη που κατ’ εξοχήν εμπίπτει στην ακυρωτική εμβέλεια των προνομιακών ενταλμάτων certiorari, κρίνεται, κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, ότι, υπό τις ιδιάζουσες και όλως εξαιρετικές περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, τυχόν επιτυχία της αίτησης μέσω της έκδοσης του αιτούμενου ακυρωτικού εντάλματος, δεν θα εξυπηρετούσε τελικά το δημόσιο συμφέρον και την απονομή της δικαιοσύνης στην ευρύτερη διάσταση τους». Κατά συνέπεια απορρίφθηκε η αίτηση.