Ελεύθερη υπό όρους αφέθηκε η πρόεδρος του Κέντρου Υποστήριξης για Φορείς του AIDS (ΚΥΦΑ), Στέλλα Μιχαηλίδου, μετά που ολοκληρώθηκε η διαδικασία παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, από τον Επαρχιακό Δικαστή Χαράλαμπο Πογιατζή, ο οποίος ενέκρινε και τους όρους που συμφώνησαν οι δυο πλευρές προκειμένου να μείνει ελεύθερη.

Η πρώτη εμφάνιση ενώπιον Κακουργιοδικείο ορίστηκε για τις 7 Φεβρουαρίου.

Συγκεκριμένα, για να μείνει ελεύθερη θα πρέπει να εγγυηθεί για το ποσό των 50.000 ευρώ αξιόχρεος εγγυητής ή διαζευκτικά να καταθέσει -είτε η ίδια είτε άλλο πρόσωπο- ποσό 25.000 ευρώ (μετρητά ή τραπεζική επιταγή/banker draft). Οι άλλοι όροι είναι να προστεθεί το όνομά της στον κατάλογο με τα πρόσωπα στα οποία απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία (stop list), να παραδώσει τα ταξιδιωτικά της έγγραφα και να υπογράφει τρεις φορές την εβδομάδα σε οικείο αστυνομικό σταθμό.

Στη διαδικασία εμφανίστηκε για την κατηγορούμενη ο δικηγόρος Μάριος Σπύρου, ενώ την κατηγορούσα Αρχή εκπροσώπησε η Σωτηρούλλα Μιχαήλ. Θυμίζουμε ότι η κ. Μιχαηλίδου κρατείτο ως ύποπτη για αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, συνωμοσίας για καταδολίευση, συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αδικήματα κατά παράβαση του περί πρόληψης της διαφθοράς και απόπειρα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.

Στην ανακριτική της κατάθεση άσκησε το δικαίωμα της σιωπής αναφέροντας στο ΤΑΕ Αρχηγείου πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο.

Θυμίζουμε πως μαρτυρικό υλικό που συνέλλεξαν οι ανακριτές φέρει την πρόεδρο του Κέντρου Υποστήριξης για τους Φορείς του AIDS (ΚΥΦΑ) Στέλλα Μιχαηλίδου, να εμπλέκεται σε υπόθεση παραποίησης τιμολογίων τα οποία διαβιβάζονταν στο Υπουργείο Υγείας που ήταν ο βασικός χρηματοδότης του οργανισμού αυτού, με αποτέλεσμα να εξασφαλίζονται μεγάλα ποσά με ψευδείς παραστάσεις.

Τα μέλη του ΤΑΕ Αρχηγείου αφού πρώτα εκτέλεσαν ένταλμα σύλληψης σε βάρος της ύποπτης στη Λεμεσό, την περασμένη Τρίτη το πρωί την οδήγησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου με συνοπτικές διαδικασίες εγκρίθηκε το αίτημα της Αστυνομίας για 8ήμερη προσωποκράτησή της.

Η διερεύνηση άρχισε από τον περασμένο Νοέμβριο και στο πλαίσιό της προέκυψαν στοιχεία που έδειχναν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τα τιμολόγια που έστελνε στο Υπουργείο Υγείας προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για το Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό στον οποίο είναι πρόεδρος. Κατά τον λογιστικό έλεγχο από το Υπουργείο Υγείας προέκυψε πως ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας που αναγραφόταν σε τιμολόγια που προσκόμιζε το ΚΥΦΑ δεν ήταν ο αντίστοιχος με το ποσό των υπηρεσιών. Με απλά λόγια, ο ΦΠΑ αντιστοιχούσε σε μικρότερα ποσά απ’ αυτά που αναγράφονται στο τιμολόγιο που προσκόμιζε. Αυτό κίνησε αρχικά υποψίες, ακολούθησε καταγγελία στην Αστυνομία και από τη διερεύνηση προέκυψε ενδεχόμενη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων.

Σε μια περίπτωση πρόσωπο είχε εκδώσει τιμολόγιο για προσφορά συμβουλευτικών υπηρεσιών στο ΚΥΦΑ ύψους περί τα €1.600. Στη βάση αυτού του παραστατικού η πρόεδρος του Κέντρου διεκδίκησε το ανάλογο ποσό από το υπουργείο Υγείας. Ωστόσο, από το ανακριτικό έργο προέκυψε μαρτυρία ότι το πρόσωπο που εξέδωσε αρχικά το τιμολόγιο, στη συνέχεια το ακύρωσε, αφού είχε αποφασίσει να κάνει δωρεά το ποσό στο ΚΥΦΑ. Ποτέ το Κέντρο, δηλαδή, δεν πλήρωσε το ποσό, ούτε επρόκειτο να το κάνει, αλλά τα χρήματα διεκδικήθηκαν από το Υπουργείο. Στην όλη διαδικασία συμμετείχε και λειτουργός του Υπουργείου Υγείας που απεβίωσε τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Η ύποπτη φέρεται να ανέφερε στο Υπουργείο όταν ζήτησε εξηγήσεις για τα τιμολόγια, ότι η θανούσα της είχε εκμυστηρευτεί πως αυτή τα παραποιούσε. Όταν, είχε αρχίσει εσωτερική διερεύνηση του ζητήματος και η υπεύθυνη του λογιστηρίου του Υπουργείου Υγείας δεν έλαβε απαντήσεις, διευθέτησε συνάντηση με την κ. Μιχαηλίδου. Κατά τη συνάντηση, η τελευταία φέρεται να επέρριψε τις όποιες ευθύνες στην λειτουργό του Υπουργείου Υγείας, η οποία χειριζόταν θέματα που αφορούσαν τον HIV.

Η 66χρονη πρόεδρος του ΚΥΦΑ φέρεται να είχε πει ότι ενημερώθηκε για το ζήτημα που προέκυψε και πως η συγκεκριμένη λειτουργός, η οποία -να σημειωθεί- απεβίωσε τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε επικοινωνία τους το καλοκαίρι του 2024 παραδέχτηκε ότι η ίδια προσωπικά παραποιούσε τα παραστατικά που υποβάλλονταν στην Γενική Διευθύντρια για έγκριση χρηματοδότησης. Κι αυτό με σκοπό την εκταμίευση μεγαλύτερου ποσού από το πραγματικό κόστος του ΚΥΦΑ για τις διάφορες δράσεις.

Σύμφωνα πάντα με το ανακριτικό έργο όπως αυτό παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο την Τρίτη, η ύποπτη ανέφερε στην υπεύθυνη του λογιστηρίου ότι δεν γνώριζε το λόγο που αποστέλλονταν περισσότερα χρήματα από αυτά που ζητούνταν και ότι η θανούσα λειτουργός την διαβεβαίωνε ότι έβρισκε τρόπο να πείθει το Υπουργείο να καταβάλλει μεγαλύτερη χρηματοδότηση.

Η 66χρονη φέρεται να είπε, ακόμη, ότι άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά από τον Ιανουάριο του 2024, χωρίς, όμως, σύμφωνα με την Αστυνομία, να παρέχει σαφείς επεξηγήσεις για τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη ως πρόεδρος του ΚΥΦΑ για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος. Πάντως, τα όσα παρουσίασε η ανακριτική ομάδα του ΤΑΕ Αρχηγείου στο Δικαστήριο την Τρίτη, προκύπτει ότι από τον τραπεζικό λογαριασμό του ΚΥΦΑ μεταφέρονταν ποσά στον τραπεζικό λογαριασμό της θανούσας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Αστυνομία, σε έλεγχο που διενήργησε η υπεύθυνη του λογιστηρίου του Υπουργείου Υγείας στις τραπεζικές καταστάσεις που προσκόμισε η ύποπτη για τα έτη 2021, 2022 και 2023 διαπίστωσε ότι, είτε την ίδια ημέρα είτε την επομένη του εμβάσματος από τον Γενικό Κυβερνητικό Λογαριασμό για επιχορήγηση δράσεων από το Υπουργείο Υγείας στον λογαριασμό του ΚΥΦΑ, γινόταν μεταφορά ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό της θανούσας σε συγκεκριμένη τράπεζα.

Το ποσό που κατατίθετο στην εν λόγω λειτουργό, αντιστοιχούσε με το μισό της επιχορήγησης από το Υπουργείο Υγείας. Για κάποιες περιπτώσεις, σύμφωνα πάντα με την Αστυνομία, υπάρχουν αποδεικτικά και για κατάθεση μετρητών στον τραπεζικό λογαριασμό της θανούσας.