«Αποτελεί ιστορική σταθερά, διεθνώς: όταν κάνεις τη δουλειά σου ευσυνείδητα και ακέραια, χωρίς εκπτώσεις, θα καταστείς ανεπιθύμητος στους ισχυρούς που έχουν μάθει να λειτουργούν ανέλεγκτα. Το έζησε στο πετσί του ο δικαστής Αντόνιο Ντι Πιέτρο στην Ιταλία και η απολυθείσα γενική εισαγγελέας της Ρουμανίας Λάουρα Κοβέσι (αργότερα διορίστηκε στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της ΕΕ). Η συμπεριφορά τους λοιδορήθηκε και κρίθηκε «ανάρμοστη», εφόσον απέκλιναν από την θεωρούμενη «αρμόζουσα» συμπεριφορά: να σκύψουν το κεφάλι σε ένα διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας».
Με γλαφυρό τρόπο περιέγραψε την πορεία του Οδυσσέα Μιχαηλίδη στην Ελεγκτική Υπηρεσία και την παύση του στο τέλος ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών Χαρίδημος Κ. Τσούκας σε ομιλία του την περασμένη Δευτέρα σε υπερκομματική εκδήλωση όπου τιμήθηκε ο τέως Γενικός Ελεγκτής για τον αγώνα του στην καταπολέμηση της διαφθοράς.
Καταρχάς, υπογράμμισε πως την ώρα που στην Κύπρο συνέβαιναν πολλά δυσώδη, οι κεραίες της κοινής γνώμης συντονίστηκαν με εκείνον τον εμβληματικό δημόσιο αξιωματούχο που όρθωσε θαρραλέα το ανάστημά του απέναντι σε τέτοια φαινόμενα σήψης. «Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, η ομιλία του ήταν συγκλονιστική:
«Δεν εκπλήσσει ότι, επί των ημερών του, η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρούνταν ο δεύτερος ή τρίτος πιο αξιόπιστος θεσμός της Κυπριακής Δημοκρατίας (συνήθως μετά τα δύο μεγάλα δημόσια πανεπιστήμια). Στο ερώτημα, «πρόσθεσε αξία στο δημόσιο βίο ο πρώην Γενικός Ελεγκτής;», η κοινή γνώμη είναι σαφής: «κατηγορηματικά, ναι».
Η κοινή εμπειρία βεβαιώνει τί, πρωτίστως, χαρακτήριζε τη δράση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη: η διάθεση να ερευνά με επαγγελματισμό και τόλμη τις υποθέσεις που επιλαμβάνονταν, χωρίς να σκοτίζεται ποιος είναι ο ελεγχόμενος· να αντιπαρατίθεται με όσους παρεμπόδιζαν το υπηρεσιακό έργο του· να ωθεί την άσκηση του ρόλου του στα όριά της, όταν αυτό επιβάλλει το καθήκον του· να επικοινωνεί πυκνά και μαχητικά με την κοινή γνώμη.
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δεν αντιλήφθηκε το ρόλο του διεκπεραιωτικά, αλλά ουσιαστικά. Ήξερε καλά τους νόμους της κοινωνικής φυσικής: ως θεσμικό αντίβαρο, η δράση του θα προκαλούσε αντί-δραση. Γνώριζε ότι ο δημόσιος λειτουργός που τιμά τον όρκο του, αφενός θα συγκρουσθεί, αργά ή γρήγορα, με όσους έχουν συμφέρον να συντηρούν ένα αδιαφανές και υποκριτικό σύστημα που προστατεύει τα συμφέροντά τους, αφετέρου ότι θα γίνει στόχος υπονόμευσης.
Εκ της θέσεώς του, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δημιουργούσε δυσαρέσκειες, ακόμη και εχθρούς. Ο ελέγχων ουδέποτε είναι δημοφιλής στους ελεγχόμενους. Στο μέτρο που η δουλειά του είναι να χώνει τη μύτη του στο εσωτερικό δημόσιων οργανισμών και να ερευνά πράξεις ή παραλείψεις υψηλών αξιωματούχων, υποχρεώνει τους ελεγχόμενους σε λογοδοσία. Εντοπίζει λάθη, κενά και παραλείψεις, τα οποία, αντικειμενικά, εκθέτουν τον ελεγχόμενο ή τουλάχιστον τον υποχρεώνουν σε άβολο «λόγον διδόναι».
Τον αποκάλεσαν Ιαβέρη της δημόσιας υπηρεσίας. Τον κατηγόρησαν ότι οι έλεγχοί του προκάλεσαν παράλυση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τον επέκριναν για τις αιχμηρές δημόσιες παρεμβάσεις του. Δεν αναρωτιούνται οι κατήγοροί του: μήπως η ασφυκτικότητα των ελέγχων του ήταν αναγκαία σε ένα θεσμικά διάτρητο κράτος, έρμαιο κομματοφρουρών, «κολλητών» και άλλων αρπακτικών; Μήπως η ένταση της φωνής του ήταν ευθέως ανάλογη των σκανδάλων και της κακοδιαχείρισης που απο-κάλυπτε; Μήπως η συχνότητα και η αιχμηρότητα της δημόσιας παρουσίας του καταδείκνυαν τη συστηματική υπαγωγή κρατικών θεσμών σε προσωπικά ή επιμέρους οργανωμένα συμφέροντα;
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης ήταν ένας διαταράκτης – ένας disrupter. Επί των ημερών του η Ελεγκτική Υπηρεσία διατάρασσε συστηματικά την υποκριτική νομιμοφάνεια διαπλεκόμενων, διεφθαρμένων ή συμβιβασμένων αξιωματούχων και οργανισμών. Ήταν το μικρό παιδί της Κυπριακής Δημοκρατίας που κραύγαζε «ο βασιλιάς είναι γυμνός».
Στη φιλελεύθερη δημοκρατία, οι κυβερνήσεις και οι κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να δείχνουν ότι οι αποφάσεις τους είναι σύμφωνες με τις επιταγές του κράτους δικαίου – ότι είναι νομιμοφανείς· ότι τηρούνται οι τύποι. Η νομιμοφάνεια κατασκευάζεται όταν οι δικαιοδοτικοί ή ελεγκτικοί θεσμοί βεβαιώνουν ότι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις κυβερνητικών αξιωματούχων ή υπηρεσιών είναι σύννομες. Πάνω σε αυτόν τον μηχανισμό στηρίζονται οι εξουσίες όταν θέλουν να κρύψουν τις πομπές τους: υποκαθιστούν τη νομιμότητα με τη νομιμοφάνεια. Αν δείξουν ότι, τυπικά, τηρούνται οι προβλεπόμενες θεσμικές διαδικασίες, οι κανόνες της λογικής φροντίζουν για τα υπόλοιπα: άψογη η συμπεριφορά τους.
Τι κάνει ένας ευσυνείδητος δημόσιος αξιωματούχος όταν διαπιστώνει ότι ένας δημόσιος θεσμός και οι ταγοί του μεριμνούν επιφανειακά για τη νομιμότητα, δηλαδή υποκαθιστούν τη νομιμότητα με τη νομιμοφάνεια; Αυτό είναι το οδυνηρό δίλημμα κάθε αξιωματούχου με αίσθηση αποστολής. Οι πλείστοι σκύβουν το κεφάλι («κρύψετε να περάσουμε»), προσδοκώντας μια ήσυχη ζωή, συναγελαζόμενοι σε δείπνα και δεξιώσεις με τους ισχυρούς. Οι καιροσκόποι σιωπούν, ευελπιστώντας σε σταδιοδρομικά οφέλη – να προαχθούν, να μετακινηθούν σε άλλες προσοδοφόρες θέσεις. Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, αντιθέτως, δεν έπαιξε το κυρίαρχο παιχνίδι. Όρθωσε το ανάστημα και ύψωσε τη φωνή – επέλεξε όχι τον συναγελασμό με την άρχουσα πολιτική-διοικητική ελίτ, αλλά τη σύγκρουση μαζί της, όταν αυτή επιβάλλεται. Ήταν, σταθερά, η αλογόμυγα της «πόλης» – διαρκώς ενοχλητική, ζητώντας τη λογοδοσία των κρατούντων.
Το κράτος δικαίου δεν είναι ένα αυτο-οδηγούμενο όχημα. Οι κανόνες του δεν αυτο-εφαρμόζονται. Η ηθική ποιότητα των αξιωματούχων του είναι αυτή που κρίνει την εφαρμογή τους. Χρειαζόταν η γενναιότητα του ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη για να διωχθούν οι δολοφόνοι του Γρηγόρη Λαμπράκη στην Ελλάδα. Χρειαζόταν η τόλμη του Αντόνιο Ντι Πιέτρο και της Λάουρας Κοβέσι για να τιμωρηθούν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί στην Ιταλία και τη Ρουμανία, αντιστοίχως. Η ανθρώπινη κρίση δεν υποκαθίσταται. Η ανθρώπινη κρίση, όμως, δεν είναι μια στενά νοητική λειτουργία, αλλά απαιτεί, ευρύτερα, ηθική εγρήγορση, αντιληπτική οξύνοια και συναισθηματική ευφυία. Ο Αριστοτέλης θα τα συνόψιζε όλα αυτά σε μια λέξη: «χαρακτήρα».
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης κατηγορήθηκε για «μεσσιανική» συμπεριφορά. Ήταν τόσο «μεσσιανική» όσο απαιτούσε το μέγεθος της κακοδιαχείρισης ή διαφθοράς που συναντούσε. Ήταν, συγχρόνως, τόσο συλλογική όσο απαιτούσε η υπηρεσία που διηύθυνε. Οι αποφάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν ήταν οι αποφάσεις «ενός ανδρός» (του επικεφαλής της) αλλά προϊόντα συλλογικής διαβούλευσης του οργανισμού. Ο επικεφαλής, έχοντας επίγνωση της ηγετικής λειτουργίας του, έδινε τον τόνο και έδειχνε την κατεύθυνση. Κέρδισε τον σεβασμό της κοινής γνώμης, αφού πρώτα είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των υφισταμένων του.
Ο ηγέτης δείχνει στους άλλους έναν τρόπο να υπάρχουν. Αν είναι υποτονικός, άχρωμος ή δειλός, υποδεικνύει εμμέσως στους υφισταμένους του πώς κι αυτοί, αντιστοίχως, να συμπεριφέρονται. Αν, αντιθέτως, εμπνέει με τον επαγγελματισμό, το όραμα, το ήθος και την τόλμη του, παρέχει έναν διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς. Παιδαγωγεί, ευρύτερα, και την κοινωνία: οι θεσμοί μας λειτουργούν καλά στο μέτρο που οι ηγέτες τους συνιστούν πρότυπα συμπεριφοράς. Να βλέπεις λ.χ. τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Γενικό Εισαγγελέα, τον Γενικό Ελεγκτή ή τον Αρχηγό της Αστυνομίας και να νοιώθεις περήφανος γι’ αυτούς, έτσι ώστε, ακόμη κι αν διαφωνείς μαζί τους, να θεωρείς την άσκηση τους ρόλου τους, αξιομίμητη. Έτσι σχηματίζονται οι ενάρετοι κύκλοι που κάνουν τις κοινωνίες καλύτερες.
Ο ευσυνείδητος αξιωματούχος δεν εγκλωβίζεται στην τυπική περιγραφή του ρόλου του, αλλά, αντιθέτως, πλάθει τον ρόλο του όσο τον ασκεί, χάριν του κοινού καλού. Πρέπει να έχει το ηθικό ανάστημα να ξεφύγει, αν χρειαστεί, από την πεπατημένη. Αντιλαμβάνεται πότε η στενά τυπολατρική προσέγγιση ενδέχεται, παραδόξως, να υπονομεύσει το κοινό καλό, και ενεργεί αναλόγως: μιλά, διαφωνεί, ενημερώνει. Φυσικά, ακροβατεί και διακινδυνεύει. Οδηγός του είναι η στάση του Λούθηρου: «Εδώ στέκομαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς».
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης αξίζει τον θαυμασμό μας γιατί, ασκώντας με αφοσίωση και ακεραιότητα το ρόλο του, διακινδύνευσε και, τελικά, θυσίασε τη σταδιοδρομία του. Δεν είναι εύκολο να μένεις άνεργος, στην ακμή της θητείας σου, όταν οι οικογενειακές υποχρεώσεις σου τρέχουν. Δεν είναι ευχάριστο να σε οδηγούν στην έξοδο με μειωτικούς χαρακτηρισμούς, όταν στερήθηκες πολλά, και στέρησες σε αγαπημένα σου πρόσωπα πολλά, κάνοντας το καθήκον σου. Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, αυτονόητο, ότι θα επιλέξεις την οδό της προσφοράς, όταν η επικρατούσα νοοτροπία σε προτρέπει να σκέπτεσαι υπολογιστικά το συμφέρον σου».
Κατέληξε με το λόγο για τον οποίο τιμάται ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης: «Τιμούμε τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη όχι γιατί ήταν αλάνθαστος, αλλά γιατί ήταν ακέραιος, ακάματος, και ασυμβίβαστος. Τιμούμε τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη όχι γιατί ήταν ο μόνος άξιος δημόσιος αξιωματούχος, αλλά γιατί ενσάρκωσε ένα αξιοζήλευτο πρότυπο ηγετικής συμπεριφοράς δημόσιου αξιωματούχου. Τιμούμε τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη όχι γιατί, απλά, ήταν ένας ευσυνείδητος λειτουργός, αλλά γιατί ήταν ένας ετερόδοξος αξιωματούχος μη ηθικό ανάστημα. Τιμούμε τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη γιατί, ως «ανάρμοστος», διέσωσε τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Γιατί μας έδωσε τη δύναμη να ελπίζουμε ότι μια άλλη Κύπρος είναι εφικτή».