Ο Μόδεστος Πετρίδης γεννήθηκε εδώ το 1930, παιδί του Αντωνή και της Παναγιωτούς, και απεβίωσε στο εξοχικό του στον Ωρωπό στις 30 Αυγούστου 2024 ─ η σύζυγός του Ανδρούλα και τα τέσσερα παιδιά τους ήταν κοντά του. Σ’ εκείνη τη γη τάφηκε.

Τα πρώτα 21 χρόνια του τα πέρασε στην Κύπρο, κυρίως στον Αγρό, τα κατοπινά (73) στην Αθήνα:

Α. Μια Παρασκευή της Διακαινησίμου (στα 1942;) δύο αγόρια συνόδευσαν τους νέους ιερωμένους του Αγρού, τον Ηρακλή και τον Χριστόδουλο, στη μετάβασή τους στα Χανδριά για συλλειτουργία με τον γηραιό ιερέα Χατζοικονόμο Ιωάννη. Σ’ αυτή την ξεχωριστή τελετουργία στάθηκαν ως βοηθοί ψάλτες και ως αναγνώστες. Με εντυπωσίασαν: μεταλλική φωνή, ευκρινής άρθρωση, ζωντάνια ερμηνείας, απόλυτος έλεγχος, γενικά πρωτόγνωρη για μένα ποιότητα.

Συναντηθήκαμε δύο χρόνια αργότερα, με την ίδρυση της Ανωτέρας Σχολής Αγρού, γίναμε συμμαθητές. Έμαθα ότι ο Μόδεστος στο μεσοδιάστημα εργάστηκε και στη Λεμεσό και στη Λευκωσία, ως υπάλληλος γενικά, και έτσι γύρισε ώριμος, υπεύθυνος. Στο ψαλτήρι, βέβαια, της εκκλησίας ήταν τακτικός. Τα χαρακτηριστικά του φαίνονταν τώρα καλύτερα, όλα: πειστικός, μπροστάρης, αγωνιστικός (πάντα για το καλό).

Ευφυής, επιμελής, χαρισματικός, άριστος, ο πρώτος μας ως την αποφοίτηση από την τετρατάξια (1948). Ποτέ δεν πλήρωσε δίδακτρα.

Κυριεύτηκε από όνειρο πια, για συμπλήρωση της μέσης εκπαίδευσής του και για παραπέρα. Αυτήν την εδικαιούτο. Άλλωστε είχε μπροστά του ως παράδειγμα τον εκ μητρός θείο του Νικόλαο Ευθυμίου Ζυγαδινό, δικηγόρο στην Αθήνα (ο οποίος από πτωχός ξεκίνησε).

Και σ’ εμένα γεννήθηκε η επιθυμία για ολοκλήρωση σπουδών. Η πληροφορία που ο μέγας ευεργέτης Κυριάκος Απέητος παρέσχε κατά την ομιλία του (20 Νοεμβρίου 1949) στα εγκαίνια της Απεητείου Ανωτέρας Σχολής, ότι δύο εκ των αποφοιτησάντων ετοιμάζονται ν’ ακολουθήσουν την επιστήμη της θεολογίας, αφορούσε τον Μόδεστο και εμένα. Όμως στην πράξη άλλα θα συνέβαιναν (νομικός εκείνος, φιλόλογος εγώ).

Μετά την αποφοίτησή μας από την τετρατάξια (1948) πήγε στη Λευκωσία, βρήκε εργασία. Διδάχτηκε παράλληλα (με ιδιαίτερα) τα βασικά μαθήματα της Δ΄ κλασικού, μετέβη στην Αθήνα και, εν μέσω βιοτικών δυσκολιών, πέρασε επιτυχώς την Ε΄ τάξη γυμνασίου. Τον Γενάρη του 1951 βρέθηκε μετεγγεγραμμένος στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Χώρος διαμονής (στέγασης, διατροφής και μελέτης) η Αρχιεπισκοπή. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄ τού είχε εκτίμηση.

Εντυπωσίασε με μια θεατρική απαγγελία πεζοτράγουδου του Γιάννη Βλάχογιάννη για το Εικοσιένα. Γύριζε χερομύλι μιλώντας με πάθος εναντίον της σκλαβιάς και υπέρ της εθνικής ανάστασης. Η επαναφορά «Γύριζε… Γύριζε…» κρατήθηκε πολύν καιρό στη μνήμη των μαθητών.

Β. Στον δρόμο του προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών πήρε από την εκκλησιαστική επιτροπή του ναού της Παναγίας Αγρού ως δώρο-βοήθεια το ποσό των 50 λιρών, ύστερα από εντολή-σύσταση του εκτιμητή του (Αρχιεπισκόπου).

Το καλοκαίρι του 1952 αρραβωνιάστηκε στη Λευκωσία την Ανδρούλα Γ. Λαπαθιώτη – ήμουν παρών στα αρραβωνιάσματα –  και πήγαν μαζί για σπουδές. Η οικογένεια της συντρόφου του (μάνα, αδελφός και ύστερα ο πατέρας) έγιναν κάτοικοι Αθηνών. Ακολούθησε το 1954(;) ο γάμος – πάλι ήμουν παρών – και άρχισε η δημιουργία οικογένειας. Η παραμονή τους στην Ελλάδα ήταν οριστική. Ούτε τυχόν υπουργοποίησή του στην κυβέρνηση της Κύπρου θα μπορούσε να διακόψει αυτή την οριστικότητα.

Η Κύπρος, ο Αγρός, η εκκλησία της Παναγίας, η Απεήτειος σχολή και τα όποια φιλικά πρόσωπα έμειναν στη σφαίρα της αγάπης του. Όμως γνωστά σε πολλούς στοιχεία του βιογραφικού του σχετίζονται με τη ζωή και δράση του εκτός Κύπρου.

Αναφέρω περιληπτικά:

α) Ως φοιτητής διετέλεσε γενικός γραμματέας ή πρόεδρος των Κυπρίων φοιτητών.

β) Πήρε πτυχίο νομικής και στη συνέχεια πολιτικών επιστημών, ακόμη και δημοσιογραφίας.

γ) Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, διετέλεσε νομικός σύμβουλος στην Πειραϊκή-Πατραϊκή, στον εφοπλιστή Λουκά Χατζηιωάννου και στον Εμπορικό Οίκο Ανδρέα Έλληνα.

δ) Αναδείχθηκε σε δικηγόρο παρά τω Αρείω Πάγω.

ε) Έγραψε σειρά άρθρων και μελετών για το Κυπριακό.

στ) Πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδος (γενικός γραμματέας).

ζ) Προέδρευε για μερικές δικαετίες της Εταιρείας Χριστιανικού Θεάτρου.

η) Έγινε  μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και της Εταιρείας Φίλων του Λαού.

θ) Έκτισε στην παραλία Μαρκόπουλου Ωρωπού ναό.

Γ. Για μένα σημαντικά είναι και άλλα:

α) Πέτυχε τη δύσκολη μεταβίβαση στον Σύλλογο Αποφοίτων Αγρού του δωρηθέντος από τον Ν. Ζυγαδινό κτήματος στην «Κοιλάδα». (Ας μην ξεχνούμε αυτόν τον δωρητή).

β) Βοηθούσε πολύπλευρα τους Αγρότες (φοιτητές ή επισκέπτες).

γ) Οδήγησε κάποιες χρονιές ειδικές ομάδες ελλαδιτών εκδρομέων στα αξιοθέατα της Κύπρου και της γενέτειράς του.

Επιπλέον μαρτυρώ ή διακρίνω:

α) Ως  ηγέτης της Εθνικής Φοιτητικής Ενώσεως Κυπρίων υπηρετούσε με πάθος το δίκαιό μας. Εξέφρασε διά ζώσης προς τον πρωθυπουργό Καραμανλή τη διαφωνία του (τη διαφωνία μας).

β) Η φιλία του με κάποια πρόσωπα ήταν θαυμαστή. Έχω στον νου μου την παρουσία του (και της συζύγου του) σε κάθε ετήσιο μνημόσυνο του δολοφονηθέντος Άντη Χατζηκωστή. Τη θεωρούσε ιερό καθήκον.

γ) Η παροχή βοήθειας ή εξυπηρέτησης προς διαφόρους ήταν προϊόν λογικής και ανθρωπισμού, χωρίς σκέψη ανταμοιβής. Καταθέτω μια μαρτυρία, μάλλον μεταφέρω μιαν ομολογία:

Ένας Χανδριώτης που αποφοίτησε από την πενταετή ακόμη Απεήτεια Σχολή μπήκε νωρίς στη δημόσια υπηρεσία και σιγά σιγά, με τη μελέτη και την εργατικότητά του, έφτασε στον βαθμό του βοηθού επάρχου. Μου ανέφερε, με συγκίνηση, και μου το επανέλαβε και άλλη φορά, ότι οφείλει ευγνωμοσύνη στον νουνεχή ανθρωπιστή Μόδεστο Πετρίδη. Γιατί εκείνος ─ μόνο εκείνος, προσθέτω εγώ ─ όταν τον Σεπτέμβρη του 1948 τον γνώρισε ως δεκατριάχρονο υπαλληλάκο σε υφασματοπωλείο στη Λευκωσία, αντέδρασε, τον συμβούλευσε και τον έπεισε να γυρίσει αμέσως στο χωριό του και να εγγραφεί στο ανώτερο σχολείο (του Αγρού). Δεν ξέρω αν έφτασαν ποτέ ευθέως στον ευεργέτη ο έπαινος και η ευχαριστία του ευεργετηθέντος. Πάντως εγώ τα θεωρώ πολύτιμο, ζηλευτό, άφθαρτο στεφάνι μνήμης.

Πιέζομαι έσωθεν να εκφράσω και μιαν αντίληψή μου. Το χάρισμα της νοηματικής ανάγνωσης και της απαγγελίας, στο οποίο αναφέρθηκα πρωτύτερα, το έθρεψε η παιδιόθεν επαφή του με το ψαλτήρι της εκκλησίας. Ίσως θα συμφωνήσουν μαζί μου οι εκκλησιαζόμενοι της ενορίας της Παναγίας που τον άκουαν και παλιά ως μαθητή και αργότερα ως επισκέπτη προσκυνητή.

Εισηγούμαι, τέλος, να στοχαστούμε, καθένας μας χωριστά: ο τεθνεώς φίλος μας ήταν γόνος πολυμελούς πτωχής οικογένειας και όμως προχώρησε, δημιούργησε, πρόσφερε, ωφέλησε, είναι υπόδειγμα!

Αιωνία αυτού η μνήμη!