Άμεση ήταν η απάντηση του Πανεπιστημίου Κύπρου και του ΤΕΠΑΚ στην κοινή ανακοίνωση ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ, Συνομοσπονδίας Γονέων Μέσης Εκπαίδευσης, ΠΣΕΜ και ΦΕΠΑΝ, με την οποία κάνουν λόγο για χτύπημα του Δημόσιου Σχολείου σε περίπτωση που επιτραπεί στα δημόσια πανεπιστήμια να προσφέρουν αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, θέμα το οποίο συζητείται αυτή την περίοδο στη Βουλή.

Σε ανακοίνωσή τους τα δύο ακαδημαϊκά ιδρύματα σημειώνουν πως η ανακοίνωση–παρέμβαση των πιο πάνω φορέων, προκαλεί ανησυχία και διαμηνύουν πως «δεν είναι η προσφορά ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών που υπονομεύει το δημόσιο σχολείο».

Συνεχίζουν δε, αναφέροντας τα εξής: «Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι πώς το δημόσιο σχολείο αναβαθμίζεται και πώς κερδίζει την εμπιστοσύνη της ευρύτερης κοινωνίας και των μαθητών/ριών. Προετοιμάζει κατάλληλα το δημόσιο σχολείο τη νεολαία μας για τις απαιτήσεις του σήμερα και του αύριο; Αν δεν επιτυγχάνει το πιο πάνω, προφανώς και αιτία δεν είναι η νομοθετική ρύθμιση για τα ξενόγλωσσα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που αυτή τη στιγμή δεν προσφέρονται. Ας κάνει ο καθένας τη δική του κριτική και ας αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί».

Ταυτόχρονα, Πανεπιστήμιο Κύπρου και ΤΕΠΑΚ τονίζουν πως «οι Κανονισμοί που θα εγκριθούν δεν πρόκειται να επηρεάσουν με κανένα τρόπο την εισδοχή των μαθητών/ριών μέσω των Παγκυπρίων Εξετάσεων, όπως διαχρονικά συμβαίνει. Ο αριθμός των θέσεων, η διαδικασία εισδοχής και η δωρεάν πρόσβαση στη δημόσια ανώτερη εκπαίδευση μέσω των Παγκυπρίων Εξετάσεων είναι καθιερωμένη και διασφαλισμένη, αποτελεί δημόσιο αγαθό. Οποιεσδήποτε αναφορές περί του αντιθέτου γίνονται για να διασπείρουν τον φόβο και να προκαλέσουν αντιδράσεις που μόνο πλήττουν το δημόσιο πανεπιστήμιο και την παιδεία ευρύτερα».

Τα πανεπιστήμια χαρακτηρίζουν την πρόταση που κατέθεσε το υπουργείο Παιδείας ως ισορροπημένη, η οποία περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλίδες και προβλέπει διαδικασίες που εφαρμόζονται από πολλά άλλα πανεπιστήμια. «Οποιεσδήποτε τροπολογίες που σκοπό έχουν να διασκεδάσουν οποιεσδήποτε ανησυχίες συνόλων ή οργανισμών που θεωρούν ότι πλήττονται τα συμφέροντά τους, θα οδηγήσουν στη θέσπιση χρονοβόρων διαδικασιών και ανυπέρβλητων εμποδίων που ως αποτέλεσμα θα έχουν την τελική αχρήστευση της δυνατότητας προσφοράς των προγραμμάτων», σημειώνεται στην ανακοίνωση τους.

Επίσης, τα ιδρύματα αναφέρουν πως «βρισκόμαστε στην εποχή που τα πανεπιστήμια ιδιαίτερα στην Ευρώπη επενδύουν στη διεθνοποίηση ανταγωνιζόμενα το ένα το άλλο, ως προς το ποιο θα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Μάλιστα, αυτό ισχύει ιδιαιτέρως σε επίπεδο συμμαχιών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων στις οποίες τα δημόσια μας πανεπιστήμια ανήκουν. Στέρηση του δικαιώματος προσφοράς ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών θέτει τα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας σε μειονεκτική θέση όχι μόνο έναντι άλλων ξένων πανεπιστημίων αλλά και έναντι των εταίρων μας στις συμμαχίες πανεπιστημίων. Το ερώτημα είναι απλό: Θέλουμε να πάμε μπροστά, ή να είμαστε όμηροι συμφερόντων και φοβιών; Αυτό το ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί ξεκάθαρα, τώρα».