Σε σκάνδαλο εξελίσσεται και το πολυδιαφημισμένο έργο της ανάπλασης του Ποταμού Λιοπετρίου, το συμβόλαιο για το οποίο τερματίστηκε την περασμένη Παρασκευή. Το κόστος του έργου, που είχε αρχική εκτίμηση τα €8,1 εκατ. εκτοξεύθηκε κατά €2 εκατ., ενώ εντοπίζονται και κακοτεχνίες. Το πιο αδιανόητο είναι πως ουδείς γνωρίζει το ακριβές ποσοστό των εργασιών που έγιναν, με τις ευθύνες να βαραίνουν το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως που ήταν η αναθέτουσα Αρχή (εργοδότης). Σημειώνεται πως οι εργασίες άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2020 και έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί από τον Μάρτιο του 2023!

Σωρεία ερωτημάτων προκαλούν τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, που είχε προειδοποιήσει την προηγούμενη κυβέρνηση από τον Απρίλιο του 2022, ζητώντας, μάλιστα, την εξέταση του τερματισμού του συμβολαίου. Το θέμα επανήλθε από τον νέο Γενικό Ελεγκτή, ο οποίος στις 8 Νοεμβρίου με υπόμνημα προς τον διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας, που παρουσιάστηκε κατά τη συνεδρία της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, προτείνει τον τερματισμό του συμβολαίου και επιρρίπτει ευθύνες και στο Τμήμα Πολεοδομίας. Σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, το έργο «παρουσιάζει σοβαρές καθυστερήσεις, με μόλις το 38,3%των εργασιών να έχει ολοκληρωθεί μετά το 148,33% του συμβατικού χρόνου (44,5 μήνες)».

Ανακοινώνοντας την Τετάρτη τη λύση των συμβολαίων με τον μηχανικό και τον εργολάβο του έργου, το Υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε πως «το έργο, που βρισκόταν πριν έναν χρόνο στο 50% του βαθμού υλοποίησης, βρίσκεται σήμερα μόλις στο 55%». Σημειώνεται πως όταν ο «Φ» έκανε τον περασμένο Ιούλιο ρεπορτάζ για το θέμα και ζήτησε επίσημη ενημέρωση, μας αναφέρθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας πως μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε υλοποιηθεί το… 60% του έργου.

Όπως αναφέρεται στο υπόμνημα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, το Τμήμα Πολεοδομίας είχε διαβεβαιώσει τον Απρίλιο του 2022 πως θα λάμβανε διορθωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της υλοποίησης του έργου. Αντ’ αυτού, οι καθυστερήσεις συνέχισαν και δόθηκαν απανωτές παρατάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με την Ελεγκτική, οφείλονταν «κυρίως στους περιορισμένους πόρους του αναδόχου και την απουσία δραστηριότητας στο εργοτάξιο». Παρατηρήθηκε ακόμη, όπως σημειώνεται, πως ο εργολάβος δεν τηρούσε τα προγράμματα εργασιών που υπέβαλλε, με τον μηχανικό του έργου και την Πολεοδομία να μην λαμβάνουν έγκαιρα μέτρα για συμμόρφωσή του, με αποτέλεσμα «το έργο να οδηγηθεί ουσιαστικά σχεδόν σε εγκατάλειψη/ αδράνεια». Το απίστευτο είναι, πως, σύμφωνα με τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν παρουσιάζονταν για εργασία, βασικοί υπεργολάβοι και άλλοι φορείς που δηλώθηκαν στο έργο, ενώ το προσωπικό του τέως αναδόχου ήταν ανεπαρκές.

Σ’ ό, τι αφορά στην αύξηση του κόστους του έργου κατά €2 εκατ. (περίπου 25% από την αρχική αξία του συμβολαίου), το οποίο, όπως όλα δείχνουν, θα επωμιστούν οι φορολογούμενοι πολίτες, σημειώνεται από την Ελεγκτική πως υπερβαίνει τα όρια συγχρηματοδότησης (το έργο συγχρηματοδοτείται κατά 75% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας 2014-2020). Υποδεικνύεται, ακόμη πως υπολείπονται εργασίες κόστους €5 εκατ. 

Ερωτήματα προκύπτουν και από το γεγονός πως εντοπίστηκαν περιπτώσεις υποβολής μη εγκεκριμένων πιστοποιητικών πληρωμής, τροποποιήσεις των σχεδίων του έργου χωρίς την κατάλληλη έγκριση και μη τήρηση των προδιαγραφών του. Εκφράζονται, ακόμη, ανησυχίες για τις διαδικασίες πιστοποίησης πληρωμής με την Ελεγκτική Υπηρεσία ν’ αναφέρει: «Για παράδειγμα, παρατηρούνται διαφορές ή ασάφειες μεταξύ κοστολόγησης και απαιτήσεων, το οποίο ενέχει τον κίνδυνο υπερτιμολογήσεων ή διαχειριστικών σφαλμάτων».

Επιπρόσθετα, από ποιοτικούς δειγματοληπτικούς ελέγχους που έγιναν, διαπιστώθηκαν προβλήματα σε σχέση με τα υλικά και τη συμμόρφωση του τέως αναδόχου με τις τεχνικές προδιαγραφές. Ως παραδείγματα αναφέρονται οι μίξεις σκυροδέματος, που δεν περιείχαν τα απαιτούμενα πρόσμικτα στεγανοποίησης, καθώς και το γεγονός πως «η ξυλεία azobe, που αντικατέστησε την προδιαγραφόμενη ξυλεία iroko της σύμβασης, έγινε αποδεκτή χωρίς να υποβληθούν και εγκριθούν, η απαιτούμενη δήλωση επίδοσης και το CE marking του υλικού».

Καταλήγοντας, η Ελεγκτική Υπηρεσία συστήνει όπως εξεταστεί το ενδεχόμενο λύσης της σύμβασης για τον μηχανικό και τον εργολάβο. «Οι συνεχιζόμενες καθυστερήσεις και η ανεπαρκής διαχείριση του έργου έχουν οδηγήσει σε υποβάθμιση της ποιότητας και αύξηση του κόστους, διακυβεύοντας περαιτέρω την ολοκλήρωση του έργου», σημειώνει.

Το γεγονός πως υπήρξε καθυστέρηση στον τερματισμό της σύμβασης παραδέχθηκε μιλώντας στο κρατικό ραδιόφωνο ο υπουργός Εσωτερικών, απαντώντας στην κριτική βουλευτών της επιτροπής Γεωργίας, οι οποίοι ζήτησαν να γίνει μια ύστατη προσπάθεια για να ολοκληρωθούν τα έργα με τους ίδιους συμβαλλόμενους. «Αν για κάτι μπορεί να υπάρξει κριτική –και το παραδέχομαι αυτό εκ μέρους μας– είναι για την καθυστέρηση λύσης της συνεργασίας και όχι επειδή προχωρήσαμε στη λύση», είπε ο κ. Ιωάννου, προσθέτοντας πως αποφασίστηκε όπως εξαντληθούν όλα τα χρονικά περιθώρια και να δοθεί πίστωση χρόνου για να μην καταρρεύσει το έργο. «Δώσαμε πέραν του δέοντος πίστωση χρόνου», πρόσθεσε, υποδεικνύοντας πως με τους ρυθμούς που προχωρούσε το έργο θα χρειαζόταν ακόμη 9 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Υπέδειξε, ακόμη, πως υπεργολάβοι του έργου έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη λόγω οικονομικών διαφορών με τον εργολάβο. 

Ως προς το μέλλον του έργου, σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», δύο είναι τα σενάρια που εξετάζονται. Το πρώτο και πιο χρονοβόρο αφορά σε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού. Το δεύτερο, για το οποίο θα ζητηθεί γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία, είναι ν’ αναλάβει ως μηχανικός του έργου το Τμήμα Πολεοδομίας και ν’ αναθέσει στους υφιστάμενους υπεργολάβους την αποπεράτωσή του.

Όπως και να έχει, πάντως, τη νύφη και, μάλιστα, πολύ ακριβά συνεχίζουν να πληρώνουν οι ψαράδες, καθώς και οι ιδιοκτήτες εστιατορίου της περιοχής που παραμένει κλειστό και έχουν υποστεί τεράστια οικονομική καταστροφή.

«Πρωτοφανή αυτά που συμβαίνουν», λέει η εταιρεία

Ευθύνες στο κράτος επιρρίπτει η εταιρεία Lois Builders Ltd (εργολάβος έργου), μέσω μακροσκελούς επιστολής, στην οποία αναφέρει πως τα γεγονότα είναι πρωτοφανή και πρωτάκουστα. «Δεν έχει ξαναγίνει να λαμβάνει ειδοποίηση τερματισμού εργολάβος 5 μήνες πριν την ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου, όπως την έχει αξιολογήσει ο μηχανικός του», σημειώνει. Υποστηρίζει δε πως το Τμήμα Πολεοδομίας δεν έχει διαχειριστεί τα οικονομικά θέματα που εκκρεμούν «με αποτέλεσμα ο εργολάβος να μην πληρώνεται την εκτελεσθείσα του εργασία» και κάνει λόγο για διαβλητούς χειρισμούς και παραπληροφόρηση.

Η εταιρεία ισχυρίζεται πως το συμβόλαιο τερματίστηκε επειδή ο μηχανικός του έργου αρνήθηκε να της επιρρίψει τις ευθύνες για τις καθυστερήσεις, χαρακτηρίζοντας τη λύση του ως αντισυμβατική. «Είναι, επίσης, πρωτοφανής η χρήση της ιερής έννοιας του δημοσίου συμφέροντος στη βάση της οποίας παραπληροφορούνται και παραπλανόνται κρατικά Τμήματα και εκβιάζονται ο μηχανικός και ο εργολάβος από τον συντονιστή του έργου», σημειώνει, προσθέτοντας πως «από τον Μάρτιο 2024, πληρώθηκε 6 μήνες αργοπορημένα την εκτελεσθείσα εργασία του που αφορούσε ποσό της τάξεως των €550.000».

Σημειώνει, ακόμη, πως το έργο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν αυτή τη στιγμή είχε παραδοθεί αφού, το βάθος του ποταμού είναι τέτοιο που δε μπορούν να εξυπηρετηθούν οι ψαράδες, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, ήταν γνωστό στον συντονιστή του έργου. Διαψεύδει, επίσης, πως το ποσοστό εκτέλεσης των εργασιών είναι στο 55%, αναφέρει πως ξενίζει η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και προσθέτει πως μετά την πρόσφατη πληρωμή το έργο προχωρούσε κανονικά.

Καταλήγοντας, η εταιρεία αναφέρει πως είναι υποχρεωμένη να προστατεύσει την υστεροφημία της και «θα πράξει ότι απαιτείται για να μην οδηγηθεί η υπόθεση αυτή σε δαιδαλώδεις διαδικασίες», καλώντας το Τμήμα Πολεοδομίας να πράξει το ίδιο για ν’ αποφευχθούν «αυξημένα έξοδα κατασκευής, πολλαπλάσιες καθυστερήσεις και πόροι και των δύο μερών σε δικαστικές διαμάχες».