Στα κρύα του λουτρού αφήνει τη Βουλή η Επιτρόπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δέσπω Μιχαηλίδου, ενημερώνοντας με επιστολή της, πως δεν θα παρευρεθεί σε προσεχή συνεδρία στην οποία προσκλήθηκε, λόγω υποστελέχωσης του γραφείου της.

Συγκεκριμένα, σε επιστολή της προς Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών (που θα συνεδριάσει τη Δευτέρα 4 Νοεμβρίου) αναφέρει:

«Δυστυχώς, λόγω σοβαρής υποστελέχωσης του Γραφείου μου κατά την παρούσα περίοδο, δεν μπορώ να παρευρεθώ προσωπικά ή κάποιος λειτουργός μου και γι’ αυτό το λόγο σας υποβάλλω γραπτώς τις απόψεις μου».

Η κ. Μιχαηλίδου είχε εγείρει θέμα υποστελέχωσης και κατά τη διάρκεια της συζήτηση του προϋπολογισμού του Γραφείου της για το 2025.

Η συνεδρία έχει ως θέμα συζήτησης το «δικαίωμα των παιδιών σε ισότιμες ευκαιρίες μάθησης- Έγκαιρη διάγνωση μαθησιακών δυσκολιών (δυσλεξία, ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα)».

Όσον αφορά τις θέσεις της επί του θέματος, η Επίτροπος αναφέρει πως το υπό συζήτηση θέμα και γενικότερα για το θέμα του εκσυγχρονισμού του νομικού πλαισίου που αφορά την ενιαία συμπεριληπτική εκπαίδευση, απασχολεί το Θεσμό που εκπροσωπεί από την πρώτη μέρα λειτουργίας του, γεγονός που αντανακλάται και στο μεγάλο αριθμό Θέσεων/Εκθέσεων/Πορισμάτων και Τοποθετήσεων που το Γραφείο έχει προωθήσει κατά καιρούς, τόσο στο αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας όσο και στις αρμόδιες Κοινοβουλευτικές Επιτροπές.

Θεωρώ σημαντικό, προσθέτει, να επισημάνω για άλλη μια φορά τη βασική μου θέση: Μέσα από τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, χρειάζεται αυτή τη στιγμή να περάσουμε στο πλαίσιο της ενιαίας συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, να δημιουργηθούν δηλαδή οι προδιαγραφές και οι συνθήκες, ώστε όλα τα παιδιά που ζουν σε ευάλωτες καταστάσεις, να έχουν πρόσβαση στη γενική εκπαίδευση σε ισότιμη βάση με οποιοδήποτε άλλο παιδί.

Για να επιτευχθεί αυτό, συνεχίζει η Επίτροπος, το Κράτος οφείλει να μεριμνήσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, για την παροχή εξειδικευμένης βοήθειας, σε κάθε παιδί που την χρειάζεται, εντός της γενικής τάξης. Ταυτόχρονα, αυτό προϋποθέτει την κατάλληλη αναπροσαρμογή της διδασκαλίας και της αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζεται σε κάθε παιδί η Αρχή της Μη Διάκρισης. Τόσο η εκπαιδευτική διαδικασία, όσο και η αξιολόγηση της επίτευξης των μαθησιακών στόχων, πρέπει να διασφαλίζουν στα παιδιά που λαμβάνουν Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, το δικαίωμα για ισότιμες ευκαιρίες και διαφοροποίηση της διδασκαλίας.

Η κ. Μιχαηλίδου καταγράφει και τα ακόλουθα:

«Επαναλαμβάνω ότι, η εισαγωγή ενός νέου νομοθετικού πλαισίου για την Ενιαία Εκπαίδευση απαιτεί μια οριζόντια αναθεώρηση και προσαρμογή όλων των Νόμων και Κανονισμών που διέπουν σήμερα ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, περιλαμβανομένων των Κανονισμών που διέπουν τη Δημοτική και τη Μέση Εκπαίδευση, καθώς επίσης των αναλυτικών προγραμμάτων, των μεθόδων διδασκαλίας, των δεικτών επιτυχίας και επάρκειας, των εργαλείων αξιολόγησης, του συστήματος ανάθεσης και πρόσληψης σχολικών συνοδών, του μηχανισμού διαχείρισης κονδυλίων και προϋπολογισμών, του τρόπου διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού εντός και μεταξύ των σχολικών μονάδων κ.λπ».

Με άλλα λόγια, συνεχίζει η Επίτροπος, χρειαζόμαστε μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα επιφέρει ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές και θα αλλάξει τη φιλοσοφία των υφιστάμενων δομών, μια πολιτική απόφαση η οποία αντιλαμβάνομαι θα πάρει χρόνο, συμπληρώνει η Επίτροπος.