Την υποστελέχωση του Γραφείου της επεσήμανε η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δέσπω Μιχαηλίδου, κατά τη διάρκεια σημερινής συνεδρίας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών για τον προϋπολογισμό του 2025.
Παρουσιάζοντας τον προϋπολογισμό του Γραφείου της η κ. Μιχαηλίδου είπε ότι αυτός είναι αυξημένος σημειώνοντας ότι «αυτή τη στιγμή έχουμε μια κρίση στο Γραφείο με το θέμα της υποστελέχωσης». Ανέφερε ότι έχουν σταλεί επιστολές και προς την Βουλή και προς το Υπουργείο Οικονομικών για το εν λόγω θέμα, εξηγώντας ότι οι υπάλληλοι του Γραφείου της είναι αποσπασμένοι με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να έχουν φύγει πέντε λειτουργοί, λόγω του τερματισμού της απόσπασής τους.
Είπε ακόμη ότι έστειλε και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη επιστολή για το θέμα της υποστελέχωσης και της αδυναμίας εκτέλεσης του εποπτικού ρόλου και των καθηκόντων του Γραφείου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού και όπως είπε η κ. Μιχαηλίδου «δεν πήρα καμία απάντηση».
Είπε ακόμη ότι το Γραφείο της έχει τώρα μόνα επτά λειτουργούς, ενώ θα προβεί και σε αγορά υπηρεσιών εκφράζοντας όμως τις επιφυλάξεις της καθώς όπως είπε η ελεύθερη αγορά δεν ικανοποιείται με τους μισθούς που δίνονται, ενώ πολλοί υποψήφιοι δεν έχουν τα προσόντα. Ανέφερε ακόμη ότι απαιτείται η ανεξαρτησία του θεσμού του Γραφείου της.
«Θέλουμε ανθρώπους με πείρα και γνώση των δικαιωμάτων του παιδιού και με παιδοκεντρικό προσανατολισμό και αυτό δεν μπορούμε να το βρούμε εύκολα στην αγορά» είπε η κ. Μιχαηλίδου και πρόσθεσε ότι οι τέσσερις θέσεις που αιτήθηκε το Γραφείο για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού έχουν εγκριθεί από τη Βουλή, δεν έχουν αυτή τη στιγμή αποπαγοποιηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών.
Η κ. Μιχαηλίδου είπε ότι για το θέμα της αποδυνάμωσης-υποστελέχωσης το Γραφείο προέβη σε αναφορά των ενεργειών του Υπουργείου Οικονομικών στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαμεσολαβητών για τα Παιδιά (ENOC – το Γραφείο των Ευρωπαίων Επιτρόπων) «και είχαμε θίξει ότι με τον τρόπο αυτό θίγεται η ανεξαρτησία του θεσμού και άρα η αναποτελεσματικότητά μας και άρα ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε την εκτελεστική εξουσία ως είναι το καθήκον μας».