Ένα πάντρεμα των θετικών σημείων που περιλήφθηκαν σε όλες τις προηγούμενες προτάσεις που κατά καιρούς κατατέθηκαν καθώς και νέες αλλαγές που είναι πιο κοντά στα σημερινά εκπαιδευτικά δεδομένα, είναι η βάση της συζήτησης μεταξύ υπουργείου Παιδείας και εκπαιδευτικών οργανώσεων, με σκοπό να προκύψει το νέο σχέδιο αξιολόγησης εκπαιδευτικών. Μία συζήτηση, η οποία έχει μπει τον τελευταίο μήνα στα βαθιά καθώς ο χρόνος πιέζει για το αποτέλεσμα. Υπενθυμίζεται ότι η ίδια η υπουργός Παιδείας, Αθηνά Μιχαηλίδου, σε δημόσιες τοποθετήσεις της είχε αναφέρει ότι η όλη διαδικασία θα ολοκληρωθεί εντός του 2024.

Για να αποφευχθούν καθυστερήσεις ή παλινδρομήσεις, η συζήτηση έχει χωριστεί σε τρία στάδια, με στόχο να είναι καλύτερα δομημένη και πιο σαφής προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Τα τρία στάδια είναι:

Α) Η περίοδος πριν από τη μονιμοποίηση των εκπαιδευτικών.

Β) Η περίοδος μετά τη μονιμοποίηση τους.

Γ) Η περίοδος μετά την προαγωγή εκπαιδευτικών.

Ο  διάλογος γίνεται και θα συνεχίσει να διεξάγεται ανά στάδιο, αρχικά με συναντήσεις του Υπουργείου με την κάθε εκπαιδευτική οργάνωση ξεχωριστά και στη συνέχεια στην ολομέλεια. Το Υπουργείο έχει ήδη αποστείλει, σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει συμφωνηθεί, τη γενική θέση-πλαίσιο του αναφορικά με το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού (Στάδιο Α΄ – Πριν τη Μονιμοποίηση) και ζήτησε γραπτώς τις απόψεις και εισηγήσεις τους αναφορικά με αυτό, καλώντας τις εκπαιδευτικές οργανώσεις σε ξεχωριστές συναντήσεις για συζήτηση των εισηγήσεων που θα καταθέσουν ώστε να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος.

Όπως πληροφορείται ο «Φ», ανάλογα με τη θέση των οργανώσεων, αναμένεται όπως το υπουργείο Παιδείας προχωρήσει στην ετοιμασία ολοκληρωμένου κειμένου που θα περιλαμβάνει και τις διαφωνίες της κάθε οργάνωσης.  Πάντως, μέχρι τώρα οι εκπαιδευτικές οργανώσεις τόνιζαν και εξακολουθούν να τονίζουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού του συστήματος αξιολόγησής τους, το οποίο χαρακτηρίζουν μεταξύ άλλων, ως απαρχαιωμένο και όπως προκύπτει από τα μέχρι στιγμής δεδομένα, μεγάλης σημασίας για αυτές είναι η διαμόρφωση των κριτηρίων και των δεικτών αξιολόγησης, η διασφάλιση της παιδαγωγικής και επιστημονικής κατάρτισης του μέντορα ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί ορθά στον ρόλο του, η αποφυγή του γραφειοκρατικού συστήματος, καθώς και η ανάγκη να ληφθεί πρόνοια για μεταξιολόγηση των ρόλων που θα ανατεθούν, όπως αυτός του μέντορα.

Οι πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν επίσης ότι οι οργανώσεις των εκπαιδευτικών θέτουν και τη θέση ότι η αξιολόγηση των αντικαταστατών και των συμβασιούχων εκπαιδευτικών πρέπει να έχει αποκλειστικά διαμορφωτικό χαρακτήρα.

Ένα εξίσου σημαντικό θέμα το οποίο φαίνεται να απασχολεί τις εκπαιδευτικές οργανώσεις είναι αναγκαιότητα δημιουργίας Δευτεροβάθμιου Σώματος Εξέτασης Ενστάσεων με συγκεκριμένους όρους εντολής, κάτι με το οποίο φαίνεται να συμφωνούν όλοι οι εμπλεκόμενοι.

Ποιες οι επιδιώξεις του υπ. Παιδείας

Όσον αφορά στην πλευρά του υπουργείου Παιδείας, γενική του θέση για το πρώτο στάδιο της συζήτησης, είναι η εφαρμογή προγράμματος επιμόρφωσης/στήριξης νεοεισερχόμενων εκπαιδευτικών, ειδικό πρόγραμμα στήριξης εκπαιδευτικών που χρειάζονται σημαντική βελτίωση βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, την εισαγωγή του ρόλου του μέντορα και τη μετεξέλιξη του ρόλου του επιθεωρητή σε σχολικό σύμβουλο και αξιολογητή.

Συγκεκριμένα, το αρμόδιο Υπουργείο επιδιώκει:

◗ Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών να γίνεται με ξεκάθαρα και μετρήσιμα κριτήρια, μέσα από πολλαπλές και σύγχρονες πηγές αξιολόγησης.

◗ Να επιτευχθεί πραγματική διασύνδεση του εκπαιδευτικού έργου με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

◗ Να επιβραβεύονται οι εκπαιδευτικοί στη βάση των ικανοτήτων τους.  

◗ Να δίνονται ίσες ευκαιρίες συνεχούς επιμόρφωσης σε όλους τους εκπαιδευτικούς, σε όλα τα στάδια της επαγγελματικής τους πορείας.

◗ Να εκσυγχρονιστεί ο θεσμός του επιθεωρητή, με έμφαση στον παιδαγωγικό του ρόλο και όχι σε αυτόν του αξιολογητή-βαθμολογητή.

◗ Να διορθωθούν όλες οι υφιστάμενες στρεβλώσεις, με διαφοροποίηση π.χ. της κλίμακας και των κριτηρίων αξιολόγησης.

◗ Να δίνονται κίνητρα και επιλογές ώστε οι ικανοί/αποτελεσματικοί εκπαιδευτικοί να παραμένουν στην τάξη.

◗ Να υπάρχει η λεγόμενη «λογοδοσία», με διορθωτικές παρεμβάσεις όπου χρειάζεται.

◗ Να σταματήσει η Κύπρος να είναι μια από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αναχρονιστικό σύστημα αξιολόγησης.

Η ανάγκη για αλλαγή και τα επόμενα βήματα

 Η διαμόρφωση και εφαρμογή ενός νέου σχεδίου αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, αποτελεί βασική παράμετρο του Προγράμματος Διακυβέρνησης και ένα από τα πιο σημαντικά βήματα για εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, όπως και η ίδια η υπουργός Παιδείας έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη. Αυτή την περίοδο, Υπουργείο και εκπαιδευτικές οργανώσεις (ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ) εντατικοποιούν τη μεταξύ τους διαβούλευση για τη διαμόρφωση του νέου αυτού σχεδίου, την αναγκαιότητα του οποίου επεσήμαναν όλοι (Υπουργείο, εκπαιδευτικές οργανώσεις και σύνδεσμοι επιθεωρητών) κατά την πρώτη κοινή συνάντησή τους τον περασμένο  Σεπτέμβριο.

Αφού λάβει τις εισηγήσεις και απόψεις των οργανώσεων για το πρώτο στάδιο, το Υπουργείο θα προχωρήσει στην ετοιμασία μιας λεπτομερούς εισήγησης. Όπως έχει μας έχει μεταφερθεί, στόχος είναι να επιτευχθεί μια ισορροπημένη λύση που θα ικανοποιεί τις ανάγκες των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζει την ποιότητα της εκπαίδευσης. Η συζήτηση για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών θα συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση τους επόμενους μήνες, καθώς το Υπουργείο επιδιώκει να κλείσει το θέμα εντός του 2024. Τόσο το Υπουργείο όσο και οι εκπαιδευτικές οργανώσεις εργάζονται για να καταλήξουν σε ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο, με κύριο στόχο τη δίκαιη και αποτελεσματική αξιολόγηση.

Η επιτυχία του νέου σχεδίου θα εξαρτηθεί από τη συνεργασία και τη διάθεση των δύο πλευρών να προχωρήσουν σε λύσεις που θα στηρίξουν την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και θα βελτιώσουν το εκπαιδευτικό έργο. Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική ενός σύγχρονου και λειτουργικού συστήματος αξιολόγησης έχει τη δυνατότητα να ανοίξει νέους δρόμους για την εκπαίδευση στη χώρα μας.

Οι πρώτες συναντήσεις με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις εξελίχτηκαν σε καλό κλίμα, με την Αθηνά Μιχαηλίδου να τονίζει ότι βασίζεται στη συνεισφορά των εκπαιδευτικών οργανώσεων για τη συνδιαμόρφωση του νέου σχεδίου αξιολόγησης και ότι οι απόψεις τους είναι κρίσιμες, καθώς το ζήτημα της αξιολόγησης είναι ζωτικής σημασίας για τα μέλη τους, που είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί.

Αναγνωρίζοντας τη σημασία της εμπειρίας και των προτάσεών τους, η Υπουργός δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία μαζί τους, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το νέο σύστημα θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και θα προάγει την ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης.