Θύματα εμπορίας αποτελούν στη χώρα μας Κύπριες μητέρες τις οποίες εκμεταλλεύονται οι σύζυγοι/σύντροφοί τους, μετανάστριες -ακόμη και ανήλικες- καθώς και άλλα πρόσωπα, με τον εντοπισμό τους να αποτελεί πρόκληση για τους αρμόδιους φορείς.
Ωστόσο, οι καταδίκες είναι ελάχιστες, μόλις τρεις, καθώς τα θύματα είτε δεν τολμούν να καταγγείλουν είτε αποθαρρύνονται από τις χρονοβόρες διαδικασίες. Αυτά αναφέρθηκαν στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά τη διάρκεια αυτεπάγγελτου θέματος που ενέγραψε η βουλεύτρια Ρίτα Σούπερμαν, ώστε να εξεταστεί η υποβάθμιση της εμπορίας προσώπων σε θέμα μετανάστευσης, μετά την ενσωμάτωσή του εν λόγω εγκλήματος στο χαρτοφυλάκιο του Υφυπουργείο Μετανάστευσης, πρακτική την οποία έχει ακολουθήσει μόνο η Τουρκία. Υπογραμμίστηκε, ακόμη, ότι είχε ετοιμαστεί νομοσχέδιο και είχε εγκριθεί προσωπικό για να υπαχθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, κάτι το οποίο δεν αποδέχτηκαν οι Υπουργοί Δικαιοσύνης που ανέλαβαν μετά τον Ιωνά Νικολάου.
Όπως σημειώθηκε στη συζήτηση, η εμπορία προσώπων είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο έγκλημα, το οποίο από τη μια πλευρά αναγνωρίζεται δύσκολα και από την άλλη πλευρά δεν τιμωρείται. Μια από τις δυσκολίες που υπογραμμίστηκαν για τα θύματα, είναι ότι δεν είναι ξεκάθαρο το πού να αποταθούν για προστασία. Ακόμη, όμως, και αν φτάσουν σε κάποιον αρμόδιο φορέα, εντούτοις, δεν προχωρούν σε καταγγελία, καθώς τα αποθαρρύνουν οι διαδικασίες και η μακρά διάρκεια εκδίκασης, αφού χρειάζεται από δύο έως και τρία χρόνια.
Σε περιστατικά εμπορίας αναφέρθηκε η επιστημονική διευθύντρια του ΣΠΑΒΟ, Άντρη Ανδρονίκου, η οποία μίλησε για θύματα Κύπριες, διαψεύδοντας ότι το φαινόμενο αφορά αποκλειστικά πρόσφυγες και μετανάστες. «Παρά το γεγονός ότι η μετανάστευση αυξάνει την ευαλωτότητα, εντούτοις, η μετανάστευση και εμπορία είναι δύο διαφορετικά φαινόμενα». Ως παράδειγμα ανέφερε τέσσερις υποθέσεις όπου ο σωματέμπορας ήταν ο Κύπριος σύζυγός – σύντροφός.
«Η μία γυναίκα ήρθε στο καταφύγιο με τα παιδιά της ως θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, όμως αντιληφθήκαμε ότι ο σύζυγός της κρατούσε τα έγγραφά της και ότι την εξανάγκασε να του καταθέτει τον μισθό της. Μια δεύτερη περίπτωση που χειριστήκαμε, αφορούσε εξαναγκασμό από το σύζυγο σε επαιτεία της ίδιας και των παιδιών της». Η κ. Ανδρονίκου, υπογράμμισε τέλος, ότι υπάρχει δυσκολία να αναγνωριστούν τα θύματα από τους λειτουργούς της πρώτης γραμμής.
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Μετανάστευσης Νικόλας Ιωαννίδης, ανέφερε ότι έχουν αναλάβει το ρόλο συντονιστή. «Είναι πολυδιάστατο ζήτημα. Είναι έγκλημα, κακούργημα, παραβίαση ανθρώπινων δικαιώματα και εργασίας», είπε και τόνισε ότι είναι σε συνεργασία και με τα άλλα Υπουργεία. «Υπό αυτό το σκεπτικό έχουμε αναλάβει τον συντονισμό. Το θέμα έχει πάρα πολλές πτυχές και ο στόχος μας είναι να τους συντονίζουμε όλους. Δεν έχει υποβαθμιστεί το θέμα σε μετανάστευσης», υπογράμμισε. Ανέφερε, επίσης, ότι υπάρχει διαδικτυακά και σε 17 γλώσσες, υλικό για το πού να απευθυνθεί κάποιο θύμα εμπορίας.
Την στάση του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, ότι είναι το αρμόδιο, υποστήριξαν και το Υπουργείο Εσωτερικών, στο οποίο υπάγονταν προηγουμένως το εν λόγω θέμα, αλλά και το υπουργείο Δικαιοσύνης. Μάλιστα, εκ μέρους του υπουργείου Δικαιοσύνης, διευκρινίστηκε ότι το προφίλ των θυμάτων εμπορίας αφορά μετανάστριες (Μπαγκλαντές, Πακιστάν, Καμερούν, Ρωσία). Όσον αφορά στο νομοσχέδιο για τη μεταφορά του θέματος στο χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σημειώθηκε ότι ήταν κάτι που συζητήθηκε επί Ιωνά Νικολάου. Έκτοτε, υπογραμμίστηκε, κάθε άλλος Υπουργός αρνήθηκε να το αναλάβει.
Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της κ. Σούπερμαν, η οποία υπογράμμισε ότι από όλες τις χώρες της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, είναι μόνο η Τουρκία μετάφερε την εμπορία προσώπων στο χαρτοφυλάκιο του Υπουργείο Μετανάστευσης, από το 2013.
Σε σχέση με την τιμωρία των θυτών σε υποθέσεις εμπορίας προσώπων, εκπρόσωπος της Αστυνομίας ανέφερε πως έχουμε τρεις καταδίκες και ότι τα θύματα είχαν φύγει από την Κύπρο, και επέστρεψαν επί τούτου για να καταθέσουν στο δικαστήριο. «Οι υποθέσεις εκδικάζονται πλέον σε δύο – τρία χρόνια, όταν προηγουμένως ήταν 7 με 10 χρόνια».