«Δεν κοιμηθήκαμε καθόλου τη νύκτα. Οι βομβαρδισμοί δεν μας άφησαν. Εγώ είμαι 21 ετών και δεν θυμάμαι τον πόλεμο το 2006. Οι γονείς μου όμως θυμούνται. Είναι πολύ πιο επικίνδυνη η κατάσταση τώρα, μου λένε. Εγώ ξέρω ό,τι βλέπω τις τελευταίες ημέρες με τα μάτια μου. Δεν κοιμόμαστε, δεν ησυχάζουμε. Δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Ζούμε στα προάστια της Βηρυτού».
Ο Γιώργος όπως και οι γονείς και τα αδέλφια του έχουν κυπριακή υπηκοότητα. Ο προπαππούς του, Κύπριος, είχε μεταναστεύσει στον Λίβανο πριν από πολλά χρόνια και έστησε εκεί τη ζωή του.
Κάποιοι από τους συγγενείς του ζουν από το 2006 στην Κύπρο. Μέσω αυτών, το philenews έφθασε στην οικογένεια του Γιώργου.
«Είναι τόσο επικίνδυνα τα πράγματα, που είμαστε συνεχώς σε εγρήγορση. Δεν μπορείς να βγεις έξω αλλά και εδώ που είμαστε δεν νιώθουμε ασφαλείς. Δεν υπάρχει ασφάλεια. Είναι ένα αδιέξοδο αυτή τη στιγμή για εμάς. Το είχα προγραμματισμένο να έρθω στην Κύπρο. Έλεγα όμως να τελειώσω πρώτα τις σπουδές μου. Είμαι στο τελευταίο έτος. Θέλω να τελειώσω τις σπουδές μου, να μην αρχίζω από την αρχή. Αλλά τώρα, δεν ξέρω, όλα είναι διαφορετικά».
Από την πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Βηρυτό, όπως λέει, «επικοινώνησαν μαζί μας κατά τους πρώτους βομβαρδισμούς. Μας είπαν ότι αν χειροτέρευε η κατάσταση θα επικοινωνούσαν και πάλι. Δεν μας πήρε κανένας ακόμα όμως. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε εμείς μαζί τους. Και οι γονείς μου θέλουν να έρθουν στην Κύπρο. Έχω άλλα δύο μικρότερα αδέλφια, δεν μπορούμε να είμαστε εδώ. Φοβούνται. Ζούμε με τον τρόμο. Εκείνοι ξέρουν ότι αυτή τη φορά η κατάσταση είναι πολύ πιο επικίνδυνη και μας το λένε».
Να πάνε στην κυπριακή πρεσβεία αυτοπροσώπως υποδεικνύουμε στον Γιώργο και απαντάει: «Αδύνατον. Αν ξεκινήσουμε να πάμε δεν ξέρουμε αν θα επιστρέψουμε σπίτι μας. Είναι διαρκής αυτή η κατάσταση. Από εδώ που είμαστε ακούμε συνεχώς τις εκρήξεις, τον θόρυβο των κτηρίων που καταρρέουν. Δεν γίνεται να βγούμε στον δρόμο για να πάμε».
Στην ίδια περιοχή με την οικογένεια του Γιώργου, ζουν κι άλλοι συγγενείς του. «Η θεία μου και η γιαγιά μου (επίσης με κυπριακή υπηκοότητα) είμαστε όλοι συνεχώς φοβισμένοι. Ως κύπριος πολίτης ζητώ από τους Κύπριους να μας στηρίξουν, να μας βοηθήσουν. Όχι μόνο εμάς ως οικογένεια επειδή είμαστε Κύπριοι. Ο κόσμος στον Λίβανο, οι απλοί άνθρωποι χρειάζονται στήριξη από κάποιον. Όλοι βρίσκονται σε κίνδυνο».
Στο τηλέφωνο ακουγόταν καταβεβλημένος, σίγουρα άυπνος και τρομοκρατημένος. Μοναδική του παράκληση: «Αν βρεθεί τρόπος να έρθουμε στην Κύπρο, θέλω να φέρω και τον πιστό μου φίλο, τον σκύλο μου. Δεν θέλω να τον αφήσω εδώ μόνο του . . .».