Συντάραξε την κοινή γνώμη η απόφαση απόλυσης του Γενικού Ελεγκτή ως αποτέλεσμα της εκδίκασης της Αίτησης από τον Γενικό Εισαγγελέα για απόλυση του Γενικού Ελεγκτή (Αίτηση 1/2024, ημερομηνίας 18/9/2024). Ενας λόγος είναι διότι είναι μόλις η δεύτερη φορά (μετά την περίπτωση Ερωτοκρίτου) από γενέσεως Δημοκρατίας που χρησιμοποιείται η συνταγματικά προβλεπόμενη οδός της αποπομπής ανεξάρτητων αξιωματούχων ως αυτοί ορίζονται στο Μέρος 6 του Συντάγματος. Υπάρχει όμως και δεύτερος λόγος για την αναστάτωση που προκλήθηκε στην κοινή γνώμη. Και αυτός είναι το βαθύ μέχρι ερεβώδες χάσμα μεταξύ της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Συμβούλιο, και της πλειοψηφικής προσδοκίας των πολιτών. Κανείς, περιλαμβανομένου και του γράφοντος, δεν περίμενε τέτοια καταπελτική, ομόφωνη απόφαση.
Το Δικαστήριο σε πρώτο στάδιο έκρινε ότι τεκμηριώνεται η ύπαρξη ‘ανάρμοστης συμπεριφοράς’. Δεν θα σχολιάσω, λόγω περιορισμένου χώρου, αυτό το πρώτο στάδιο της απόφασης. Μερικά σημεία, βασίμως ενδεχομένως θεωρήθηκαν ότι συνιστούν ‘ανάρμοστη συμπεριφορά΄. Όπως αναφέρει στην ανάλυση του το Δικαστήριο, το θέμα όμως δεν σταματά εδώ. Ακόμα και με τη διαπίστωση ‘ανάρμοστης συμπεριφοράς’ υπάρχει και δεύτερο στάδιο προκειμένου να οδηγηθεί το δικαστήριο σε σύσταση απόλυσης. Το Δικαστήριο προχώρησε να εφαρμόσει τις αρχές οι οποίες εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κατ’ εφαρμογήν της ανάπτυξης της έννοιας ‘misbehaviour’ στην αυστραλιανή υπόθεση Clark v Vanstone [2004] FCA 1105 από τον Αυστραλό δικαστή του ομοσπονδιακού δικαστηρίου Peter Gray. Ο δικαστής Gray είχε καθορίσει τα συστατικά που πρέπει να είναι παρόντα για να υπάρξει απόλυση ως ακολούθως:
Η συμπεριφορά δεν πρέπει να είναι απλώς ανάρμοστη αλλά να επιδρά αρνητικά στον ικανότητα του κατόχου του αξιώματος να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του. Και η ικανότητα του να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του, κατά τον δικαστή Gray, έχει δύο πτυχές: Η συμπεριφορά είναι τέτοια ώστε να υπάρχει άμεση επίδραση στην ικανότητα του προσώπου να συνεχίσει στο αξίωμα ή, διαζευκτικά, η συμπεριφορά επιδρά σε τέτοιο βαθμό στην αντίληψη τρίτων περί το αξίωμα, ώστε η άσκηση των καθηκόντων του αξιώματος από το συγκεκριμένο άτομο να γίνεται πλέον αντιληπτή ως διεφθαρμένη, απρεπής ή εχθρική προς τα συμφέροντα των προσώπων ή του οργανισμού προς όφελος των οποίων ασκούνται οι αρμοδιότητες του αξιώματος. Ο κίνδυνος και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι το αξίωμα θα περιέλθει σε ανυποληψία ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατόχου του αξιώματος.
Η ανωτέρω αρχή και η γενικότερη προσέγγιση επικροτήθηκε και εφαρμόστηκε στην απόφαση του ανακτοσυμβουλίου Lawrence v TheAttorney General (Grenada) [2007] UKPC 18 (26 March 2007). Αυτή η απόφαση αναφέρεται επιδοκιμαστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στην ενλόγω απόφαση γίνεται προσεκτική και κατά στάδια εφαρμογή των κριτηρίων του Αυστραλού δικαστού Gray. Τίθενται τέσσερα ερωτήματα: πρώτον, αν η συμπεριφορά του κατόχου του αξιώματος τον επηρέασε άμεσα στην άσκηση των καθηκόντων της θέσης του. Δεύτερον, αν η συμπεριφορά του επηρέασε την αντίληψη τρίτων ως προς την ικανότητα του να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του. Τρίτον, τέθηκε το ερώτημα αν επιτραπεί στον κάτοχο του αξιώματος να συνεχίσει να κατέχει το αξίωμα αν αυτό θα γίνει αντιληπτό ως εχθρικό προς τα συμφέροντα καλής διακυβέρνησης. Τέταρτον, αν το αξίωμα θα περιέλθει σε ανυποληψία ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατόχου του αξιώματος.
Είναι ενδεικτικό ότι το πρώτο ερώτημα απαντήθηκε από την πλειοψηφία των δικαστών στην υπόθεση Lawrence υπέρ της κατηγορούμενης αφού έλαβαν υπόψη τη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον εκείνου του δικαστηρίου ως προς τον επαγγελματισμό με τον οποίο ασκούσε το λειτούργημα της. Στην προκείμενη περίπτωση δεν τέθηκαν αυτά τα ερωτήματα που συναποτελούν τις αρχές Gray. Δεν σταθμίστηκε καθόλου, μα καθόλου, πώς εκτελούσε τα εν γένει ελεγκτικά του καθήκοντα στα τόσα χρόνια υπηρεσίας. Οι οποιεσδήποτε εύφημες μνείες που ενδεχομένως είχε. Δεν λήφθηκε βεβαίως υπόψη ούτε και η γενική αντίληψη της κοινωνίας περί της λειτουργίας του. Αν ήταν καλή ή κακή η υπηρεσία του. Ούτε λήφθηκε υπόψη η θετική μαρτυρία τρίτων ότι συνέβαλε στη μάχη κατά της διαφθοράς.
Η πλειοψηφία στην υπόθεση Lawrence συμφώνησε τελικά με την απόλυση της κατόχου του αξιώματος διότι τα υπόλοιπα ερωτήματα απαντήθηκαν αρνητικά για αυτήν. Πλην όμως αυτό έγινε αφού η πλειοψηφία συνεκτίμησε την απόδοση της στην άσκηση των καθηκόντων της. Ωστόσο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διιστάμενη θέση του δικαστού Λόρδου Mance ο οποίος προχώρησε μερικά βήματα παρακάτω. Θεώρησε ότι κακώς αποφασίστηκε η αποπομπή της Lawrence διότι δεν υπήρξε ορθή εφαρμογή των κριτηρίων Gray. Ουδέποτε τέθηκε σε ένα ευρύτερο θεσμικό, κοινωνικό πλαίσιο η συμπεριφορά της Lawrence. Ουδέποτε εξετάστηκε η γενική απόδοση της στο λειτούργημα της. Ουδέποτε εξετάστηκε η επίμεμπτη συμπεριφορά της σε αντιπαραβολή προς την ευρύτερη υπηρεσία της και τελικά ουδέποτε εξετάστηκαν οι προθέσεις της.
Κατ’ αντίστοιχο τρόπο στην προκείμενη περίπτωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ‘ανάρμοστης συμπεριφοράς’ πλην όμως μετά δεν έπραξε τα ακόλουθα: Παρέλειψε να εξετάσει τη γενική απόδοση του Γενικού Ελεγκτή στην άσκηση των καθηκόντων του. Είναι αυτό που η κυπριακή κοινωνία έθεσε θυμοσοφικά ‘μα δεν ήβραν ένα καλό λόγο να πουν για αυτό τον άνθρωπο;’ Ήταν τόσο χάλια η θητεία του;’ Και η απάντηση πολλών ήταν ‘το ζήτημα είναι νομικό, δεν είναι για τον μέσο πολίτη’. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο νομικής, καθαρά νομικής, αξιολόγησης της περίπτωσης Οδυσσέα Μιχαηλίδη, έπρεπε να εξετάσει σφαιρικά τη θητεία Μιχαηλίδη και να λάβει υπόψη και τα όποια θετικά. Όπως συνάγεται από τη νομολογία, στην εξέταση της βαρύτητας της διαπιστούμενης ‘ανάρμοστης συμπεριφοράς’ για σκοπούς απόλυσης εξετάζονται ακριβώς όλα αυτά τα περιρρέοντα στοιχεία.
Παρομοίως το Δικαστήριο παρέλειψε να θέσει τη συμπεριφορά του Γενικού Ελεγκτή σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο. Δηλαδή μήπως ζούμε σε μια εποχή που λειτουργούν ομαλότατα οι θεσμοί; Επαρκούν οι παρατηρήσεις του Ελεγκτή στην ετήσια του έκθεση για να διορθώσουν τα πράγματα; Επαρκούν οι λεπτές νουθεσίες σε εκθέσεις για να καταπολεμηθεί η διαφθορά; Βεβαίως όχι. Οι θεσμοί έχουν καταστεί τετραπληγικοί. Αγωγοί που θα έπρεπε να λειτουργούν σε μια Δημοκρατία έχουν μπλοκαριστεί και οι φορείς αξιωμάτων έχουν κλείσει τα αυτιά τους στις κραυγές της κοινωνίας. Οπότε αναπόφευκτα οποιοσδήποτε θέλει να ακουστεί ή να έχει οποιαδήποτε επίδραση πρέπει να φωνάξει και ‘να πάει στα κανάλια’. Η δημοσιοποίηση κατέληξε να είναι η ύστατη προστασία του πολίτη. Όχι η επιστολή στον βουλευτή του. Όχι η διατύπωση παραπόνου σε κείμενους θεσμούς. Γιατί ο Ελεγκτής να μην χρησιμοποιήσει το μόνο όπλο που απέμεινε, δηλαδή τη δημοσιοποίηση; Εξάλλου εκ των πραγμάτων ζούμε πλέον στην εποχή της δημόσια διακινούμενης πληροφορίας.
Πολύ συντηρητική προσέγγιση
Το Δικαστήριο ακολούθησε μια πολύ συντηρητική προσέγγιση. Αποφάσισε, όπως είπε, αντικειμενικά. Απέκλεισε από τις σταθμίσεις του τις κρίσεις τρίτων λέγοντας ότι είναι το ίδιο που πρέπει να κρίνει. Πλην όμως, το Δικαστήριο, υιοθετώντας αυτή τη λογική, κατέληξε να εξετάζει εντελώς εκτός κοινωνικού και θεσμικού πλαισίου τις ενέργειες και παραλείψεις του Γενικού Ελεγκτή. Δεν έλαβε υπόψη το θανατηφόρα τραυματισμένο θεσμικό πλαίσιο. Δεν έλαβε υπόψη τον θανάσιμο εναγκαλισμό της διαφθοράς. Δεν έλαβε υπόψη τις δικαιολογημένες κραυγές της κοινωνίας. Μέσα στο πλαίσιο όμως νομικής στάθμισης έπρεπε να λάβει όλα αυτά υπόψη.
Τέτοιες υποθέσεις εμφανίζονται σπάνια στη ζωή ενός δικαστηρίου. Αν εμφανιστούν. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να λειτουργήσει διασταλτικά και ως πραγματικός φύλακας των θεσμών. Επέλεξε να λειτουργήσει με συστολή. Μακάρι να έχω λάθος αλλά αυτό δεν θα αποβεί προς όφελος της Δημοκρατίας μας.