Από επίπονη αντεξέταση πέρασε χθες ο αστυνομικός που υπηρετεί στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου για το τετραπλό θανατηφόρο. Πρόκειται για το μέλος του Σώματος, Μάριο Ματθαίου, όπου μαζί με τον εξεταστή της υπόθεσης και ακόμα έναν συνάδελφο τους, πραγματοποίησαν αναπαράσταση του τετραπλού θανατηφόρου που σημειώθηκε λίγες ώρες μετά την έλευση του νέου έτους.

Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κλήθηκε να απαντήσει σε σωρεία ερωτήσεων από τον δικηγόρο του 44χρονου κατηγορούμενου οδηγού, Λάμπρο Πιερή, ο οποίος αμφισβήτησε τη διαδικασία με την οποία διενεργήθηκε η αναπαράσταση καθώς και τα σχέδια της σκηνής του θανατηφόρου.

Ο συνήγορος υπεράσπισης προέβαλε τη θέση ότι η σκηνή αλλοιώθηκε, αφήνοντας να νοηθεί ότι υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του 44χρονου, τα οποία, ωστόσο, λόγω του ότι η σκηνή δεν είχε αποκοπεί σωστά, δεν εντοπίστηκαν από τους αστυνομικούς της Τροχαίας. Σημείωσε ακόμα ότι από το βίντεο που υπάρχει ως ντοκουμέντο, διαφαίνεται ο κατηγορούμενος πριν τη σύγκρουση να κάνει χρήση των φρένων του οχήματός του, πράγμα που φαίνεται, όπως είπε, από τα κόκκινα πίσω φώτα.

Ο μάρτυρας κλήθηκε, μεταξύ άλλων, να εξηγήσει στο Δικαστήριο με πιο τρόπο έγιναν οι μετρήσεις από ειδικό μηχάνημα της Αστυνομίας, το οποίο συνδέεται με δορυφόρο, όπως επίσης και όλες τις μετρήσεις που έγιναν τόσο επί της σκηνής αλλά και επιστημονικά. Ρωτήθηκε, επίσης, για την ταχύτητα του εμπλεκόμενου οχήματος, η οποία ήταν στα 108 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Σημείωσε ότι η αναπαράσταση έγινε μετά από αίτημα του εξεταστή της υπόθεσης, ούτως ώστε να απαντηθούν διάφορα ερωτήματα που εγείρονταν σε σχέση με τις συνθήκες της τραγωδίας, όπως η ταχύτητα του εμπλεκόμενου οχήματος. Ο μάρτυρας κλήθηκε να απαντήσει για την ορατότητά του 44χρονου οδηγού, τα φρένα όπως επίσης και το ύψος της διαχωριστικής νησίδας που υπήρχε ανάμεσα στις δύο λωρίδες. Σε σχέση με το ύψος των δύο οχημάτων, είπε ότι οι μετρήσεις έγιναν μόνο για το πλάτος και το μήκος.

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έκαναν επιπλέον μετρήσεις για την ταχύτητα που είχε το όχημα του 44χρονου, λέγοντας ότι είχε αναφέρει στον εξεταστή της υπόθεσης με τον οποίο μιλούσαν μέσω τηλεδιάσκεψης ότι δεν μπορεί να τρέξει περισσότερο. «Η ταχύτητα που πήρα κατά την αναπαράσταση ήταν λες και οδηγούσα σε αυτοκινητόδρομο. Το κοντέρ έγραψε 108 χιλιόμετρα και φοβήθηκα ως οδηγός, αλλά και ως αστυνομικός, να αναπτύξω περισσότερη ταχύτητα αφού υπήρχε κίνδυνος και για μένα».

Νωρίτερα κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, ο μάρτυρας ρωτήθηκε από την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Θεοδώρα Παπακυριακού, πώς και δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης με τον ίδιο να απαντά ότι «δεν διαπιστώθηκε να υπήρχαν». Κατά τη χθεσινή διαδικασία κατατέθηκαν ως τεκμήρια φωτογραφίες από τη σκηνή του θανατηφόρου όπως και τα σχέδια της σκηνής αλλά και της αναπαράστασης που έγινε τις επόμενες ημέρες. Υποδείχθηκε στο Δικαστήριο το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων όπως και ίχνη που εντοπίστηκαν στο οδόστρωμα αλλά και διάφορα εξαρτήματα των δύο οχημάτων, επί των σχεδίων που ετοιμάστηκαν. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας της Τροχαίας Λεμεσού, Μάρκος Χρυσάνθου, ο οποίος ήταν και πρώτος από τους αστυνομικούς που έφτασε στο σημείο και απέκλεισε τη σκηνή του δυστυχήματος.