«Παραλαμβάνω με τιμή αυτό το βραβείο, εξ ονόματος όλων των γυναικών θυμάτων που δεν θα τις βρούμε σε καμιά εκδήλωση, γιατί συνεχίζουν να νιώθουν οι ίδιες την ντροπή για όσα βίωσαν…το παραλαμβάνω, αναλαμβάνοντας ξανά την υποχρέωση να συνεχίσω την προσπάθεια εντοπισμού κι ενθάρρυνσης και άλλων θυμάτων να μιλήσουν», ανέφερε η πρώην βουλεύτρια του ΑΚΕΛ Σκεύη Κουκουμά, μέλος της Κ.Ε. του κόμματος και γενική γραμματέας της οργάνωσης γυναικών ΠΟΓΟ, στην αντιφώνησή της στην εκδήλωση απονομής σε αυτήν, από το Κέντρο Κοινωνικο-Πολιτικών Μελετών «Πολιτεία» και το Ίδρυμα Universitas, του ετήσιου Βραβείου Δημοκρατίας για το 2024, «για τη συμβολή της στην ενίσχυση της δημοκρατίας και στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών θυμάτων βιασμού κατά την τουρκική εισβολή του 1974».

Η εκδήλωση, τον συντονισμό της οποίας ανέλαβε η Κατερίνα Χατζηστυλλή, διευθύντρια του Ιδρύματος Universitas, πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024 στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία. Είναι η 10η χρονιά, που απονέμεται από την «Πολιτεία» σε μια προσωπικότητα ή μη κυβερνητική οργάνωση, το Βραβείο Δημοκρατίας, με την ευκαιρία της Διεθνούς Ημέρας Δημοκρατίας που καθιέρωσε ο ΟΗΕ και που είναι η 15η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου.

Το βραβείο απένειμε η πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικο-Πολιτικών Μελετών «Πολιτεία» Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου, τέως υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε δήλωση της στον «Φ» μετά από σχετική παρατήρηση του υπογράφοντος, που ήταν παρών στην εκδήλωση, η κυρία Κουκκίδη επεσήμανε ότι «η βράβευση της  Σκεύης Κουκουμά, έγινε σε μια κατάμεστη αίθουσα, όπου εκτός από τους απλούς πολίτες που θέλησαν να τιμήσουν τη βραβευθείσα με την παρουσία τους, υπήρξε εκπροσώπηση από όλους τους πολιτικούς χώρους,  ξεπερνώντας τα κομματικά στεγανά». Πρόσθεσε ότι «πέραν της εκπροσώπησης όλων σχεδόν των κοινοβουλευτικών κομμάτων και της παρουσίας της Επιτρόπου Ισότητας, Τζόζης Χριστοδούλου, οι γυναικείες οργανώσεις ήταν, επίσης, παρούσες για να τιμήσουν με τη σειρά τους μια γυναίκα που εδώ και πολλές δεκαετίες αποτελεί ηγετική φυσιογνωμία του γυναικείου κινήματος στην Κύπρο.

 Η επιλογή της Σκεύης Κουκουμά  από το Κέντρο Κοινωνικο-Πολιτικών Μελετών «Πολιτεία»,  βασίστηκε στη σημαντικότατη συμβολή της στην ανάδειξη των βιασμών που διέπραξε ο τουρκικός στρατός το 1974. Πενήντα χρόνια μετά, το ζήτημα αυτό συνεχίζει να παραμένει στο περιθώριο, με τις γυναίκες που έχουν επιβιώσει του μαρτυρίου, να βιώνουν ένα δεύτερο βιασμό από τη σιωπή που έχει περιβάλει ένα σοβαρό έγκλημα πολέμου που τις αφορά. Με το Βραβείο Δημοκρατίας 2024, συνειδητά επιλέξαμε να επιβραβεύσουμε τον αγώνα της κυρίας  Κουκουμά για ανάδειξη αυτού του ζητήματος και για στήριξη αυτών που έχουν επιβιώσει, τονίζοντας το θλιβερό ορόσημο των πενήντα χρόνων από την τουρκική εισβολή». Όπως ανέφερε σε σύντομο χαιρετισμό του στην εκδήλωση εκ μέρους της «Πολιτείας» ο Μίκης Σιανής, «μέσα από την απονομή του βραβείου αυτά τα δέκα χρόνια, αποδώσαμε την πρέπουσα τιμή στην πολιτική αντίσταση στη δικτατορία και σε ανελεύθερα καθεστώτα, τιμήσαμε τη δημοκρατία ως αντίποδα της διαπλοκής και της διαφθοράς της εξουσίας, ως απάντηση στο ρατσισμό και την ξενοφοβία, αναδείξαμε την καθημερινή, ακούραστη δουλειά των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που οικοδομούν τη συμμετοχή και τη δημοκρατία ως τρόπο ζωής. Σήμερα, καλή ώρα, τιμούμε τη Δημοκρατία που δεν κλείνει την πόρτα στις μειοψηφίες, αλλά απλώνει το χέρι στους πιο αδύναμους και ευάλωτους».     

«Συγνώμη» γιατί δεν σταθήκαμε δίπλα τους»

«Χαίρομαι που αυτό το ζήτημα αναδείχθηκε από την «Πολιτεία» και το Ίδρυμα Universitas, μέσα από το ετήσιο Βραβείο Δημοκρατίας, γιατί είναι ζήτημα Δημοκρατίας να μην αποσιωπάται η γυναικεία ματιά, η γυναικεία οπτική, τα γυναικεία βιώματα στο ιστορικό αφήγημα» είπε μεταξύ άλλων στην αντιφώνησή της η Σκεύη Κουκουμά. «Σήμερα – πρόσθεσε – με τιμάτε για τη συμβολή μου για να βγει στο φως, αν όχι η πιο δραματική και πιο οδυνηρή, σίγουρα η πιο άγνωστη – και για τους περισσότερους η πιο άβολη – πτυχή της τραγωδίας του 1974. Κι αυτή είναι η ιστορία των εκατοντάδων Ελληνοκυπρίων γυναικών που υπέστησαν βιασμούς, σεξουαλική βία και ανείπωτες φρικαλεότητες από τον τουρκικό Αττίλα κατά την εισβολή του 1974.

»Και παρότι λοιπόν παραλαμβάνω σήμερα ένα βραβείο γι’ αυτή τη συμβολή, εγώ νιώθω την ανάγκη να πω – και με αυτή την ευκαιρία – ένα «συγγνώμη» σε αυτές τις γυναίκες. Ένα «συγγνώμη», το οποίο δεν είπε ποτέ η κυπριακή Πολιτεία. Ένα «συγγνώμη», γιατί αργήσαμε, όλοι και όλες, να ακούσουμε τις σιωπές αυτών των γυναικών, τις μαρτυρίες και το μαρτύριό τους. Να σταθούμε δίπλα τους. Να τους πούμε ότι δεν έχουν τίποτα να ντρέπονται οι ίδιες, ότι όλη η ντροπή ανήκει στους δράστες, στους βιαστές, στον τουρκικό στρατό και στην Τουρκία. Πρέπει να σας ομολογήσω ότι όταν άρχιζα το 2015 – ως βουλευτής του ΑΚΕΛ και γενική γραμματέας της ΠΟΓΟ – να καταπιάνομαι με το θέμα, δεν είχα ιδέα για το πόσα έκρυβε αυτό το κουβάρι που άρχισε να ξετυλίγεται και ότι τελικά θα ήταν το πιο πικρά συγκλονιστικό και δραματικό πράγμα με το οποίο ήρθα αντιμέτωπη σε όλη μου τη ζωή.

»Μέχρι σήμερα συνάντησα περίπου 80 γυναίκες σε συνθήκες απόλυτης διακριτικότητας και μυστικότητας, οι οποίες το μόνο που ήθελαν, ήταν να βγάλουν από μέσα τους, με ποταμούς από δάκρυα, το μαρτύριό τους που είναι ένα μαρτύριο 50 χρόνων. Δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν σε όλες τους τις διαστάσεις, οι βαρβαρότητες των βιαστών, οι ομαδικοί βιασμοί, οι βιασμοί μπροστά από τις οικογένειες και τα παιδιά τους, τα βασανιστήρια, ο εξευτελισμός, οι στραγγαλισμοί από τους Τούρκους εισβολείς. Αυτά και άλλα, που δεν μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους, ενώ ανάμεσα στα θύματα περιλαμβάνονταν γυναίκες εγκυμονούσες, γυναίκες με νοητική υστέρηση κι ανήλικα κορίτσια. Η συνέχεια δόθηκε με τις εκτρώσεις που διενεργούνταν μαζικά εκείνες τις μέρες στο νοσοκομείο της βρετανικής βάσης Ακρωτηρίου σε γυναίκες θύματα βιασμών, με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού και μετά από την συναίνεση και της κυπριακής Εκκλησίας. Το άλλο κομμάτι του μαρτυρίου όμως, ήταν η αντιμετώπιση από τις οικογένειές τους και από το κυπριακό κράτος. Το κυπριακό κράτος, μετά από μια καταγγελία του θέματος στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1976, διέγραψε τους βιασμούς και τις βιασθείσες από την συλλογική και κρατική μνήμη. Δεν αναφέρονταν καν στους παθόντες της τραγωδίας του 1974, ούτε έτυχαν ποτέ κάποιας βοήθειας ψυχολογικής, ιατρικής, οικονομικής, για να ξεπεράσουν, όσο είναι δυνατόν, το μαρτύριο και τις συνέπειές του. Οι δε προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες της καθεμιάς από τις βιασθείσες γυναίκες, δεν χωρούν σε καμιά αφήγηση, ούτε σε κινηματογραφικές ταινίες. Γυναίκες που τις πάντρεψαν με το ζόρι για να ξεπλυθεί η ντροπή, άλλες που στάλθηκαν από τις οικογένειες τους στο εξωτερικό για να ξεχαστεί η ντροπή, άλλες που υποβλήθηκαν σε εξαναγκαστική κολπορραφή, για να είναι παρθένες. Γυναίκες που τις εγκατέλειψαν οι σύζυγοί και οι αρραβωνιαστικοί. Γυναίκες που τις έβριζαν καθημερινά οι σύζυγοι τους γιατί ήταν ατιμασμένες. Γυναίκες που εξομολογήθηκαν το μαρτύριο τους μόνο σε ιερέα. Γυναίκες που δεν τις εγκατέλειψαν, αλλά τους συμπαραστάθηκαν οι σύζυγοι τους παρά τις πιέσεις των πεθερικών. Γυναίκες που έχασαν τα λογικά τους, που δεν μπόρεσαν ποτέ να κάνουν οικογένεια, να εργαστούν, να σταθούν στα πόδια τους. Γυναίκες που στάθηκαν όρθιες και σήκωσαν αδιανόητα ψυχολογικά βάρη. Γυναίκες που θα αναγνωρίσετε το δράμα τους στην όψη τους, μα και γυναίκες που δεν θα περνούσε από το μυαλό σας ότι κουβάλησαν και κουβαλούν τέτοιο σταυρό. Σημειώνω επίσης με παρρησία και ευθύνη, ότι στη δική μου αντίληψη, σε όλο αυτό το δράμα της σεξουαλικής βίας ως έγκλημα πολέμου στην Κύπρο, περιλαμβάνονται και οι βιασμοί Τουρκοκυπρίων γυναικών από Ελληνοκύπριους μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ για τους οποίους επίσης υπάρχουν μαρτυρίες κι αναφορές. Όποιος αρνείται να μιλήσει γι’ αυτά, όπως και γενικότερα για τις σφαγές Τουρκοκυπρίων αμάχων από Ελληνοκύπριους φασίστες, τότε δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει πόλεμος, τι σημαίνει βαρβαρότητα και φασισμός. Το γεγονός ότι δεν μπορούν να εξισωθούν τα εγκλήματα ενός κρατικού στρατού, όπως ήταν ο τουρκικός κατοχικός Αττίλας, με τα εγκλήματα παραστρατιωτικών εξτρεμιστικών οργανώσεων, δεν καθιστά λιγότερο οδυνηρό το τραύμα που υπέστησαν οι Τουρκοκύπριες γυναίκες θύματα. Τούτος ο τόπος πρέπει να μάθει να λέει και να αναζητά την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Και αυτό αποτελεί όρο και προϋπόθεση, αν θα μπορέσουμε επιτέλους να ζήσουμε σε μια πατρίδα ελεύθερη, ενωμένη, ανεξάρτητη και ειρηνική. Επιστρέφοντας στο ζήτημα των Ελληνοκυπρίων γυναικών θυμάτων βίας, αξίζει να υπογραμμίσω ότι με την ανάδειξη του θέματος, πετύχαμε να αναγνωριστούν οι γυναίκες αυτές ως παθούσες, σύμφωνα με τον Περί Παθόντων Νόμο και να λαμβάνουν όσες βρίσκονται στη ζωή ακόμα, οικονομική στήριξη. Αυτό έγινε κατορθωτό, μέσα από την συνεργασία που αναπτύξαμε με την αείμνηστη Ζέτα Αιμιλιανίδου, με απόλυτη εμπιστοσύνη, εχεμύθεια κι αποφασιστικότητα».

Η φωνή για όσες δεν μίλησαν…

Στην «παρακαταθήκη» της Σκεύης Κουκουμά, αναφέρθηκε στην ομιλία της η διεθνολόγος  Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου, πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικο-Πολιτικών Μελετών «Πολιτεία». «Παρότι είμαι σίγουρη – είπε – ότι η παρακαταθήκη αυτή, έχει γνώμονα την αριστερή ιδεολογική και πολιτική της τοποθέτηση, η οποία θέτει τη σημασία της ύπαρξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στο πλαίσιο της κατάκτησης των συλλογικών δικαιωμάτων, ξεπερνά τα αυστηρά όρια της και αποτελεί το έργο για το οποίο βραβεύεται σήμερα. Το 1974, το 0.5-1% του γυναικείου πληθυσμού των Ελληνοκυπρίων του νησιού μας , δηλαδή με συντηρητικούς υπολογισμούς γύρω στις 1500 Ελληνοκύπριες γυναίκες, υπήρξαν θύματα βιασμών, βάσει οργανωμένου σχεδίου, από τον τουρκικό στρατό.

Από το 1974 χρειάστηκε να φτάσουμε το 2016, ώστε να υπάρξει η συγκυρία της σύμπραξης  της τότε βουλεύτριας του ΑΚΕΛ και προέδρου της Επιτροπής Προσφύγων της Βουλής Σκεύης Κουκουμά και της τότε υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της μακαριστής Ζέτας Αιμιλιανίδου, να προσπαθήσει να αποκαταστήσει, όσο γίνεται, το άδικο. Οι δύο γυναίκες κινήθηκαν μακριά από τη γραφειοκρατία. Άμεσα, αποτελεσματικά αλλά προπαντός διακριτικά, όπως, επιτρέψτε μου να το πω, μόνο δύο γυναίκες θα μπορούσαν. Σκεύη Κουκουμά, σ’ ευχαριστούμε εκ μέρους της σιωπηλής κοινωνίας μας, για όσα έχεις πράξει. Που ξέροντας σε, είναι μόνο η αρχή για πολλά περισσότερα. Σ’ ευχαριστούμε γιατί ήσουν η φωνή για όσες δεν μπόρεσαν να μιλήσουν. Και η κινητήριος δύναμη για όσα επέρχονται. Εκ μέρους του Κέντρου Κοινωνικο-Πολιτικών Μελετών Πολιτεία, πιστεύουμε ότι πρεσβεύεις ακράδαντα το ιδανικό του «ανήκειν», γιατί αντιπαραθέτεις το ιδανικό του «συν-κινδυνεύειν και βοηθείν» ενάντια στο «περιμένειν ακινδύνως», κάτι που αποτελεί το υπέρτατο χαρακτηριστικό της Πόλης, της κάθε Πόλης, της κάθε Δημοκρατίας, που αποτελεί το σύνολο, τη σύναξη και τη συνέργεια των ενεργών πολιτών της. Εξ ου και είναι χαρά και τιμή μας, η βράβευση σου με το Βραβείο Δημοκρατίας της «Πολιτείας» για το 2024».

Επαγρύπνηση για προστασία της δημοκρατίας

Στην oμιλία του στην εκδήλωση που αφορούσε την εδραίωση της Δημοκρατίας διεθνώς και τις προκλήσεις που αυτή αντιμετωπίζει σήμερα, ο κοινωνιολόγος δρ Νίκος Περιστιάνης, πρόεδρος του Ιδρύματος Universitas, προέβη σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή και συνέχισε αναφέροντας ότι «η επικράτηση των σύγχρονων, δημοκρατικών εθνικών κρατών, δεν ήταν εύκολη. Αφού – πρόσθεσε – ωρίμασαν τα εθνικά κράτη-αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, κατάφεραν σταδιακά να εκτοπίσουν όλους τους αντίπαλους τους – από τις αυτοκρατορίες παλαιού τύπου, μέχρι τους ιδεολογικούς τους αντίπαλους (φασισμό, ναζισμό και πιο πρόσφατα κρατικό κομμουνισμό). Όμως, παρά τις εξαγγελίες περί του «Τέλους της Ιστορίας» και της τελικής επικράτησης του συστήματος της  φιλελεύθερης δημοκρατίας, η τελευταία συνεχίζει να αντιμετωπίζει νέες μορφές αυταρχικών καθεστώτων – είτε στην Κίνα, είτε στη Βόρεια Κορέα, είτε στη Ρωσία. Εσωτερικά, τα δημοκρατικά πολιτεύματα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα προβλήματα, με την αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική ζωή, να είναι ίσως το μεγαλύτερο από αυτά. Πώς αντιμετωπίζονται αυτοί οι κίνδυνοι; Με την «μερική» έστω πολιτική συμμετοχή. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι πολίτες δεν χρειάζεται να απορροφούνται εξ ολοκλήρου από την πολιτική, αλλά χρειάζεται να επαγρυπνούν, να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα και να είναι ενημερωμένοι για να μπορούν να κάνουν σωστές πολιτικές επιλογές και έγκαιρες παρεμβάσεις. Σήμερα στην εποχή του διαδικτύου, όπου όλοι πνιγόμαστε από την ατέλειωτη θάλασσα πληροφοριών και ψευδών ειδήσεων, η επαγρύπνηση των πολιτών για προστασία της δημοκρατίας, είναι πιο επιβεβλημένη από ποτέ».